Sunday, August 31, 2008

«16 Αυγούστου, 8 το βράδυ, σας καλούμε για φαγητό και χορό στην Πλατεία του Αγίου Νικολάου»



Το τελευταίο party του καλοκαιριού στη Ράχωβα

«16 Αυγούστου, 8 το βράδυ, σας καλούμε για φαγητό και χορό στην Πλατεία του Αγίου Νικολάου» έγραφε με καλλιγραφικά κεφαλαία γράμματα η πρόσκληση των παιδιών.
Χαρούμενα τη μοίρασαν από πόρτα σε πόρτα σε όλες τις οικογένειες.
Η ανάμνηση από τα γλέντια των προηγούμενων χρόνων μας ενθουσίασε και περιμέναμε με ανυπομονησία τη βραδιά εκείνη.
Την ίδια νύχτα, κατά σύμπτωση, θα μεταμόρφωνε όλο το χωριό και η πανσέληνος του Αυγούστου.
Η προσφορά όλων με κάποιο φαγητό ή γλύκισμα, συνετέλεσε στο να στρωθεί ένα πλούσιο δείπνο.
80 και πλέον άτομα πήραμε τη θέση μας στα 6 τραπέζια, που τοποθετήθηκαν σε ορθή γωνία στην πιο ρομαντική τοποθεσία του χωριού, στην πλατεία έξω από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, κάτω από τον αιωνόβιο πλάτανο.
Τα παιδιά που παραθερίζουν στο χωριό μας, αυτοί οι μικροί πρωταγωνιστές, μας περιποιήθηκαν με τον καλύτερο τρόπο.
Τα χάρτινα τραπεζομάντιλα και τα απλά σερβίτσια τοποθετούνταν με μεγάλη χάρη και ευγένεια.
Αναψυκτικά, μπύρες, κρασί, όλα πλούσια. Βραστό βεργάδι, πατάτες ψητές, τυριά, σαλάτες, όλα ντόπια και αγνά, γέμισαν τα πιάτα μας.
Η βραδιά ήταν ζεστή, το ολόγιομο φεγγάρι γλιστρούσε στο βελούδο του στερεώματος, ρίχνοντας τις ασημένιες ακτίνες του σε κάθε σπιθαμή της γης.
Οι κασέτες για τη μουσική ήταν προσεκτικά διαλεγμένες από τα παιδιά κι εμάς τους μεγάλους. Δώσαμε τους πρώτους χορούς στα παιδιά, συνεχίσαμε για κάποιο διάστημα με τσάμικα και καλαματιανά για τους μεγάλους και μέχρι αργά το ξημέρωμα συνέχισαν οι μικροί με τα μοντέρνα της εποχής τους.
Φαγητά, ποτά, χορός. Ένα αποχαιρετιστήριο party που έχουν καθιερώσει τα παιδιά της Ράχωβας τα τελευταία χρόνια. Περνούμε εξαίσια. Μας μένει στην καρδιά ένα ακόμη ξεφάντωμα στην Εξοχή, κάτω από το θεόρατο πλάτανο της πλατείας του Αγίου Νικολάου.


Ελένη Ασημακοπούλου - Μανωλοπούλου

Thursday, August 28, 2008

O δημόσιος κόσμος





Ο δημόσιος κόσμος συνδέεται με το ανθρώπινο τεχνούργημα, με τα κατασκευάσματα των ανθρώπινων χεριών, και με όσα συμβαίνουν μεταξύ εκείνων που κατοικούν από κοινού τον δημιουργημένο από τον άνθρωπο κόσμο. «Η συμβίωση μέσα στον κόσμο σημαίνει κατ’ ουσίαν ότι ένας κόσμος πραγμάτων βρίσκεται μεταξύ εκείνων που τον έχουν από κοινού, όπως ένα τραπέζι βρίσκεται μεταξύ εκείνων που κάθονται γύρω του. Ο κόσμος, όπως κάθε τι που βρίσκεται ‘μεταξύ’, συνδέει και συγχρόνως χωρίζει τους ανθρώπους». (σ. 78)

«Κάτω από τις συνθήκες ενός κοινού κόσμου, την πραγματικότητα δεν την εγγυάται κατά κύριο λόγο η ‘κοινή φύση’ όλων των ανθρώπων που την συνιστούν, αλλά μάλλον το γεγονός ότι, παρά τις διαφορές θέσεως και παρά την ποικιλία όψεων που προκύπτει, όλοι ενδιαφέρονται πάντα για το ίδιο αντικείμενο. Αν η ταυτότητα του αντικειμένου δεν είναι πλέον δυνατό να διακριθεί, καμιά κοινή φύση των ανθρώπων, και λιγότερο απ’ όλα ο αφύσικος κομφορμισμός μιας μαζικής κοινωνίας, δεν μπορεί ν’ αποτρέψει την καταστροφή του κοινού κόσμου, που συνήθως ακολουθεί την καταστροφή των πολλών όψεων, με τις οποίες εμφανίζεται στο ανθρώπινο πλήθος. Αυτό μπορεί να συμβεί κάτω από συνθήκες απόλυτης απομόνωσης, όπου κανείς δεν μπορεί πια να συμφωνήσει με κανέναν άλλο, όπως συμβαίνει συνήθως στις τυραννίες».(σ. 85)

Η Arendt παρατηρεί ότι την απώλεια της δημόσιας σφαίρας μαρτυρεί με σαφή τρόπο η απώλεια ενδιαφέροντος για την αθανασία. Παραθέτει τον Αριστοτέλη οποίος στα Ηθικά Νικομάχεια έγραψε: «Κατά την εξέταση των ανθρώπινων υποθέσεων δεν πρέπει κανείς … να εξετάζει τον άνθρωπο ως έχει, δεν πρέπει να εξετάζει τι είναι θνητό στα θνητά πράγματα, αλλά να στοχάζεται γι’ αυτά [μόνο] στον βαθμό που έχουν την δυνατότητα να καταστούν αθάνατα». Η Πόλις των Ελλήνων και η Res Publica των Ρωμαίων ήταν η εγγύηση κατά της ασημαντότητας της ατομικής ζωής. (σ. 85)

Arendt, H. (1958) Η Ανθρώπινη Κατάσταση, 1986, Μετάφραση: Στ. Ροζάνης, Γ. Λυκιαρδόπουλος, Αθήνα, Γνώση

Wednesday, August 27, 2008

Αλληθέστατη αιτία





"Είναι ολοφάνερο πράγματι, ότι ο ιστορικός Θουκυδίδης στοχεύει σε μια μορφή αλήθειας, που δεν είναι διόλου αποδεκτή ή αναγνωρισμένη από τους ιστορικούς ως επιδιωκόμενος σκοπός, δεν θέλει να ορίσει απλώς την αλήθεια των γεγονότων: η αλήθεια αυτή είναι μια ύψιστη απαίτηση και κατά κάποιον τρόπο προϋπόθεση. Θέλει μέσα από τα γεγονότα αυτά, να συγκρατήσει μόνο εκείνα όπου διακρίνονται βαθύτερες τάσεις. Το λέει στην περίφημη φράση - κεφάλαιο Α22 - όπου διευκρινίζει το είδος της αλήθειας, στην οποία αποβλέπει: 'Αλλά είμαι ικανοποιημένος αν το έργο μου κριθεί ωφέλιμο για όσους θελήσουν να έχουν ακριβή γνώση των γεγονότων που συνέβησαν και εκείνων που που θα συμβούν στο μέλλον, τα οποία, από την πλευρά της ανθρώπινης φύσης, θα είναι όμοια και παραπλήσια. Έγραψα την ιστορία μου για να μείνει αθάνατο κτήμα των ανθρώπων και όχι έργο επίκαιρου διαγωνισμού για ένα πρόσκαιρο ακροατήριο'. Για να υπάρξει αυτή η δυνατότητα, πρέπει να αναγνωρίσουμε στα γεγονότα που αφηγείται καταστάσεις γενικότερης φύσης, βαθειά ανθρώπινες τάσεις, εν ολίγοις αίτια που δεν είναι πάντοτε ορατά, αλλά συνιστούν ήδη ένα είδος πολιτικής φιλοσοφίας. Την διακρίνουμε στον τρόπο με τον οπίο ο Θουκυδίδης, αμέσως μόλις περιγράψει τα αίτια του πολέμου, αντιπαρέρχεται εκείνα που αποκαλεί περιστατικά και διαφορές, για να συγκρατήσει μόνο αυτό που ονομάζει αληθέστατη αιτία. Έτσι προβάλλει τον ρόλο δύο συναισθημάτων εξίσου θεμελιωδών, όπως ο πόθος της εξουσίας και η ανάγκη της ανεξαρτησίας - δύο ισχυρά συναισθήματα που απαντώνται σε ολόκληρο το έργο του".




Jacqueline de Romilly (2005) Η Έξαρση της Δημοκρατίας στην Αρχαία Αθήνα, Αθήνα, 2006, Μετάφραση: Μπ. Αθανασίαου, Κ. Μηλιαρέση, Graal/Το Άστυ σ. 51-52


Saturday, August 9, 2008

Αυτά ήταν κάποτε εύφορα χωράφια


Θυμάσαι τις νύχτες του Αυγούστου, 1948-1955, που μαζεύανε το αραποσίτι; Τα χέρσα τώρα χωράφια ήταν κάποτε αγροί όπου καλλιεργούσανε στάρι και αραποσίτι. Τον Αύγουστο δεν ήταν η εποχή της συγκομιδής; Τον Σεπτέμβρη τρυγούσαμε τα αμπέλια. Τον Αύγουστο μαζεύμαε τα αραποσίτια. Θυμάσαι που μαζεύονταν άντρες και γυναίκες στα αλώνια; Και ξενυχτούσαν με πυροφάνια συλλέγοντας και καθαρίζοντας τα αραποσίτια. Πρώτα της μιας οικονένειας, μετά της άλλης, μετά της άλλης, όλοι μαζί, μια κοινότητα. Λέγοντας ιστορίες, κάνοντας αστεία, υπονοούμενα, και αυτοσχέδια τραγούδια. Με αλληλεγγύη. Με την χάρη της αλληλοβοήθειας. Βέβαια οι καταστολές των επιθυμιών και των συναισθημάτων ήταν καθεστώς σε μια αγροτική κοινότητα. Ήταν αιτία και αποτέλεσμα φόβου των ορμών. Αλλά εμείς δεν κρυφακούγαμε τα ζευγάρια; Δεν τολμούσαμε; Δεν παίζαμε; Τα μικρά παιδιά τα μάζευαν στην άκρη κάτι γιαγιάδες και τα κάθιζαν στους όχθους. Και όλο ιστορίες για διαμόνους μας έλεγαν. Θυμάσαι αυτό το φως από τις λάμπες εκείνες τις μαγευτικές νύχτες του Αυγούστου; Το φως που άναβε την επιθυμία να γνωρίσουμε. Και τον φόβο. Την λαχτάρα. Και την κατάφαση της ζωής. Βέβαια δεν ήταν τότε όλα καλά και τώρα είναι όλα άσχημα.
Αλλά τότε είχαμε αλώνια, αγορές, τρύγους, γιορτές όπου συναντούσαμε ο ένας τον άλλο. Πώς κατακερματίστηκε ο κοινωνικός μας ιστός;

Monday, July 28, 2008

Χορεύοντας με τις σκιές


Θυμάσαι τον παπα-Σωτήρη; Εκεί που χορεύει τώρα το κοριτσάκι της φωτογραφίας, ένα σούρουπο, το 1950, ο παπα-Σωτήρης έκανε βόλτες. Ελαφροπατούσε ανάμεσα στις σκιές των φύλων της μνήμης του. Μάλλον ήταν λίγο πριν από τον εσπερινό όπου λειτουργούσε. Όπου ψάλτης ήταν ο ένας εγγονός του, ο μεγαλύτερος. Και εκκλησσίασμα οι άλλοι εγγονοί του και ένα-δύο φίλοι τους. Σίγουρα θα ήταν πριν από τον εσπερινό. Γιατί αλλιώς ο παπα-Σωτήρης δεν θα ήταν εκεί. Θα δούλευε στα αμπέλια του. Από τον δρόμο περνούσε ο ένας εγγονός του και μια γυναίκα του χωριού. Ξαφνικά τον βλέπουν να αρχίζει να χορεύει μόνος του σιγο-τραγουδώντας. 'Παπούλη τοι κάνεις εκεί;' τον ρώτησε η γυναίκα εμφανώς σκανδαλισμένη. 'Όχι θα κάτσω να σκάσω' της απαντά. Ο εγγονός του πάντα θυμόταν και μας ιστορούσε με κάθε λεπτομέρεια αυτή την κινηματογραφική μνήμη. Έτσι καλύπτουμε άλλες μνήμες, οδυνηρές. Μνήμες απώλειας της αγάπης. Και μνήμες απώλειας αυτών που αγαπούσαμε. Είτε γιατί γιατί είχαν χαθεί για λίγο από τη ζωή μας. Είτε γιατί ήταν βαθειά θλιμένοι και είχαν χαθεί από τη ζωή τη δική τους. Και ενώ ήταν εκεί, απουσίαζαν, δεν ήταν εκεί ψυχικά να απαντήσουν. Ευτυχώς επέστρεφαν ζωντανοί... μέσα μας έμεναν ζωντανοί. Κάθε τόσο με αφορμή τον νόστο στην Ιθάκη μιας σχέσης ζωντανεύουν ξανά. Μας μιλούν ξανά τα βουβά ίχνη της μνήμης. Με μια διαυγή αντιληπτική τραυματική σωματικότητα... Η μνήμη όμως είναι η σκέπη μας. Κάτω από την σκέπη της παίζουμε με τις σκιές της. Παίζουμε ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν. Χορεύουμε με τις σκιές της μνήμης. Πάμε και εχόμαστε στο χωριό της παιδικής μας ηλικίας. Πάμε και ερχόμαστε στον χρόνο. Η μνήμη μας βάζει μέσα στον χρόνο, στις σχέσεις, στον κόσμο.

Monday, July 14, 2008

6 Ιουλίου 2008: Ο φετινός χορός του Συλλόγου «Ο Προφήτης Ηλίας» στη Ράχωβα







Το καλοκαίρι έχει για τα καλά μπει, ακόμα και στο πολύ ορεινό χωριό μας. Η Ράχωβα – Εξοχή είναι καταπράσινη από τις αρκετές βροχές του Μαΐου και Ιουνίου. Είναι στο σύνολο μια μεγάλη ανθοδέσμη από λογής – λογής υπέροχες πρασινάδες. Το έδαφός της, ένα καταπράσινο χαλί. Στολίδια, τα μεγάλα αιωνόβια ελάτια στο βάθος της, προς το Σαραντάπηχο και τα θεόρατα φυλλοβόλα πλατάνια, δρύες, μηλιές και καρυδιές, φυτεμένα παντού.
Τα νερά, δυστυχώς, της λείπουν. Οι βρύσες της έχουν σχεδόν στερέψει. Πίστευα πως με τα χιόνια, που κάποιο διάστημα έφτασαν φέτος το ένα μέτρο, θα είχε αλλάξει το περυσινό σκηνικό. Όμως ήταν το ίδιο λυπηρό. Ούτε σταγόνα οι βρύσες του Αϊ – Λιά, του Αϊ – Νικόλα, η Τρυγηνού, η λίμνη, τα ρυάκια της. Ένα ελάχιστο, φτωχό αυλάκι κυλούσε από τη λίμνη, που τη σκέπαζε η λάσπη, και προχωρούσε προς το κέντρο του χωριού.
Καμιά σχέση με το παλιό, ούτε και το προ δύο – τριών χρόνων χωριό. Όμορφο μεν, φτωχό όμως. Κάθε χωριό έχει σαν σήμα κατατεθέν του το νερό, πολύ, παγωμένο νερό. Όχι την ξηρασία και την πένθιμη σιωπή αντί του γάργαρου νερού. Η όμορφη ακουστική εικόνα από τους γλυκείς ήχους του κελαρυστού νερού, που νοσταλγούμε από τα παιδικά μας χρόνια, κάθε χρόνο τείνει να εξαλειφθεί. Ίσως είναι κι αυτό επακόλουθο της καταστροφής του πλανήτη…
Όμως, η Εξοχή, και με αυτήν την όψη, ξεφάντωσε την 6η Ιουλίου.
Είχε προγραμματιστεί χορός. Είχαν σταλεί οι προσκλήσεις με το λεπτομερές πρόγραμμα.
Κατά το ρηθέν «από Θεού άρχεσθε», ξεκινήσαμε με εκκλησιασμό και αρτοκλασία.
Ο ιερεύς της ενορίας μας λειτούργησε. Πήραμε το αντίδωρο και τον άρτο και βγήκαμε στο προαύλιο της εκκλησίας. Στρωμένα τραπέζια κάτω από τον τεράστιο πλάτανο, που σκεπάζει ολόκληρο το «προάστιο» του Αγίου Νικολάου, έγιναν ο τόπος για τη διασκέδασή μας.
Όλοι μακαρίσαμε το ευλογημένο δέντρο, που μας αναζωογονούσε με τη δροσιά του. Όλοι, και ιδίως αυτοί που ήλθαν από τους κάμπους, έπαιρναν βαθιές ανάσες, μαγεύονταν από το μεγαλείο της πλατιάς σκιάς και της ομορφιάς που χάριζε. Οι περισσότεροι προμηθεύονταν ένα σάλι, κάποιο πουκάμισο, το ζακετάκι ή το ελαφρύ μπουφάν. Η ζεστή μέρα που άρχισε, τώρα, το καταμεσήμερο, έγινε ευεργετικά δροσερή, σχεδόν ψυχρή, ό,τι καλύτερο γινόταν. Και αυτό, χάρη στον πλάτανο.
Σερβιρίστηκαν καφέδες με βουτήματα και ακολούθησε το Ραχωβίτικο ευωδιαστό κρασί, δώρο του Συλλόγου. Ακολούθησαν ντόπια φέτα, χωριάτικες σαλάτες, αναψυκτικά και το πεντανόστιμο ψητό αρνάκι. Το επιδόρπιο, τούρτα παγωτό και ποικιλία φρούτων.
Κάπως αργά και αφού το φαγητό είχε σερβιριστεί, έφθασε από την Αθήνα ο γνωστός καλλιτέχνης Τάκης Παπάς, απόφοιτος και διδάσκαλος τώρα της Σχολής του Σίμωνα Καρρά.
Μετά την προσευχή που μοιράστηκαν οι τρεις παρευρισκόμενοι ιερείς των γειτονικών χωριών, το ρίξαμε στο φαγοπότι.
Οι ίδιοι ιερείς άνοιξαν το χορό. Τα τσάμικα, τα καλαματιανά, τα παραδοσιακά, από το στόμα του εκλεκτού τραγουδιστή, έκαναν την ψυχή μας να χορεύει στην κυριολεξία. «Η ιτιά», «ο αμάραντος», «η Παπαλάμπραινα», το «Να ‘σαν τα νιάτα δυο φορές», χορεύτηκαν με λεβεντιά από τους συγκεντρωμένους. Χειροκροτήματα θερμά για τους χορευτές, για το μουσικό συγκρότημα, για κάθε λόγο και ανακοίνωση του «μελλοντικού προέδρου» του Συλλόγου, Χρήστου Καλύβα.
Ακολούθησε λαχειοφόρος αγορά που βοήθησε στα έξοδα της συγκέντρωσης και χάρισε σε πολλούς τη μικρή ή μεγάλη χαρά κάποιου δώρου. Εμείς αποσυρθήκαμε στις τέσσερις περίπου αλλά ο αντίλαλος της μουσικής στη Σκαλίτσα συνεχίστηκε μέχρι αργά το απόγευμα. Ήταν μια πολύ όμορφη διασκέδαση, κάτι σαν προεόρτιο του πανηγυριού μας του Αϊ – Λιά, στις 20 του ίδιου μήνα.
Συγχαίρω όλους του συντελεστές της διοργάνωσης, με πρώτες τις ακούραστες κυρίες Αμαλία Σταυροπούλου και Ελένη Κανελοπούλου.

Ελένη Ασημακοπούλου – Μανωλοπούλου

Wednesday, April 9, 2008

Αράχωβα το 1954


Πολύ πιο ζωντανή, πολύ πιο ανθηρή, πολύ πιο παραγωγική, με πολλούς κατοίκους και κατοικημένες οικίες ήταν παλιά. Ανθούσε η γεωργία. Καλλιέργειες από αρίστης ποιότητας σιτηρά και πάσης φύσεως κηπευτικά, ομόρφαιναν το χωριό και ικανοποιούσαν τις ανάγκες των κατοίκων του. Όλοι οι αγροί ήταν αξιοποιημένοι και το οπωροφόρα δέντρα ήταν άφθονα. Ευνοούνταν, εννοείται, από τα πλούσια, τότε νερά και τα πολλά εργατικά χέρια. Τώρα κυριαρχεί η κτηνοτροφία. Η λειψυδρία έχει φτάσει σε σημείο να στερούνται οι άνθρωποι και τα κοπάδια, ακόμα, το πόσιμο νερό. Μια εικόνα πανέμορφη, παλιά, υποφερτή μόνο μπορώ να πω, τώρα. Ο τουρισμός κάπως την πλουτίζει.Τα τελευταία χρόνια έχει μετατραπεί σε έναν κάπως τουριστικό τόπο, με ξένους κατοίκους και αρκετά καινούρια σπίτια. Οι συνοικίες, τα «προάστιά» της, όπως μου αρέσει να τα αποκαλώ, άλλαξαν μορφή. Το χωριό, βέβαια, είναι πάντα χτισμένο σε μήκος δύο περίπου χιλιομέτρων. Τα εβδομήντα σπίτια του διασκορπισμένα κατά μήκος και στο βάθος κάπου – κάπου του κεντρικού δρόμου. Με την είσοδό μας στο χωριό συναντούμε τα πρώτα οκτώ σπίτια του, σχεδόν ενωμένα, μια γειτονιά, το λεγόμενο «Κάτω Χωριό». Σε αυτό δεσπόζει το εξωκλήσι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ψηλά από το δρόμο, σε δενδρόφυτη τοποθεσία που το καθιστά σχεδόν αόρατο σε κάθε διερχόμενο. Είναι η Προστάτιδα του Κάτω Χωριού, η Προστάτιδα όλου του χωριού, η Προστάτιδα όλου του κόσμου. Όλο το Κάτω Χωριό είναι πνιγμένο στις καρυδιές, στις λεύκες και στα οπωροφόρα δέντρα. Από τα οκτώ σπίτια, που τα πρώτα χρόνια ήταν όλα γεμάτα και με ζωή, τώρα κατοικούνται μόνο δύο και αυτά από δύο μόλις άτομα το καθένα. Περνούσες ή, μάλλον, έμπαινες στο χωριό και σε καλωσόριζαν πολλοί μεγάλοι και παιδιά, με φωνές και γέλια. Άνοιγε η καρδιά σου. Τώρα σιωπή. Τα σπίτια, ντουβάρια κλειστά, στέκουν μόνα, ταλαιπωρημένα από τη φθορά του χρόνου και την εγκατάλειψη. Τα τωρινά ζευγάρια ή θα τα αναζητάς στα περιβόλια ή με τα κοπάδια στα λιβάδια. Πολύ όμορφη η εικόνα παλιά, πολύ θλιβερή τώρα. Ακολουθώντας ανηφορικά το δρόμο, μεσολαβεί μία απόσταση διακοσίων μέτρων, περίπου, χωρίς σπίτια και εν συνεχεία συναντάμε 5 – 6 σπίτια εκατέρωθεν του δρόμου. Είναι μια δεύτερη γειτονιά. Από τα σπίτια αυτά, τα τρία ανοίγουν για λίγες μέρες το καλοκαίρι. Κάποιος μπαίνει, κάποιος βγαίνει, έτσι, για κάποιο πότισμα και πάλι κλειστά. Βουβαμάρα κι εδώ. Ψηλά από το δρόμο αυτής της γειτονιάς είναι χτισμένο το εκκλησάκι το αφιερωμένο στη χάρη του Αγίου Αθανασίου. Διατηρείται σε άριστη κατάσταση ή, μάλλον, χρόνο με το χρόνο, γίνεται πιο όμορφο από τις φροντίδες και τις δωρεές της οικογένειας του Ραχωβίτη Σπύρου Γουμπούρου και των απογόνων του. Είναι ο Άγιος σε θαύμα του οποίου αποδόθηκε η σωτηρία του ιδίου και ενός από το τέσσερα παιδιά του. Ανοίγει κάποια φορά το καλοκαίρι και το επισκεπτόμαστε. Σε μικρή απόσταση, 100 με 200 μέτρα, από αυτή τη γειτονιά μπαίνουμε στο κέντρο της Ράχωβας. Εδώ είναι χτισμένα τα περισσότερα από τα 70 σπίτια όλου του χωριού. Δεσπόζει ο Άγιος Νικόλαος, η μητρόπολη τώρα. Τη χαρακτηρίζουν οι υπέροχες εικόνες και το θαυμάσιο τέμπλο. Στο προαύλιο της εκκλησίας είναι το ηρώο των πεσόντων και το κοινοτικό κτίριο. Στο ισόγειο του διωρόφου κτίσματος παλιά στεγαζόταν και το Δημοτικό Σχολείο. Από την εποχή που το σχολείο έκλεισε λόγω ελλείψεως μαθητών, το ισόγειο του κτιρίου της κοινότητας είχε λειτουργήσει σας καφενείο. Η ιδανική θέση του κάτω από τα πλατάνια και τις τρεχούμενες βρύσες δίπλα του, το καθιστούσε το καταλληλότερο μέρες του χωριού για το πανηγύρι του Αϊ – Λιά και τις άλλες τυχόν συγκεντρώσεις μας. Εδώ έγινε προ χρόνων και η σύσταση του Συλλόγου των Απανταχού Ραχωβιτών «Ο Προφήτης Ηλίας» και εδώ, μια φορά το χρόνο, γίνεται το πάρτι που αυτός διοργανώνει. Άκουσα πρόσφατα πως ίσως ο σύλλογος διαλυθεί και έτσι θα μειωθεί και η ψυχαγωγία μας κατά ένα μέρος. Ευτυχώς που τα τελευταία χρόνια στο χώρο αυτό τα παιδιά που παραθερίζουν στο χωριό, οργανώνουν ένα αποχαιρετιστήριο πάρτι για όλους μας. Περνούμε ένα όμορφο βράδυ. Η Κοινότητα τώρα απορροφήθηκε από το Δήμο και, έτσι, και το κτίριο αυτό έμεινε κλειστό. Ευτυχώς υπάρχει ακόμα ο πλάτανος και ο Άγιος Νικόλαος και μας συγκεντρώνουν αρκετές φορές τους μήνες του καλοκαιριού. Άλλα 300 μέτρα από το κέντρο και, αφού ανηφορίσουμε αρκετά, φτάνουμε στο άκρο του χωριού, στον Αϊ – Λιά, στη λίμνη, στις άλλες βρύσες, στον άλλο μεγάλο πλάτανο. Αρκετά παλιά σπίτια, πρόσφατα ανακαινισμένα, 4 –5 καινούρια και το δικό μας, 25 περίπου χρόνων, αποτελούν τη γειτονιά μας. Η ομορφιά εδώ φτάνει στο αποκορύφωμά της. Ακουμπάμε κυριολεκτικά στα βράχια, στα κατακόρυφα, απόκρημνα βράχια της γραφικής Σκαλίτσας. Η θέα από παντού σε μαγεύει. Όλα τα απέναντι χωριά φαντάζουν όμορφα, πνιγμένα στα έλατα, μέχρι το Σαραντάπηχο. Ο ήλιος σ’ αυτά αργεί να πέσει. Στη Ράχωβα έχει σχεδόν σουρουπώσει και το Σαραντάπηχο το λούζει ο ήλιος. Εγώ, προσωπικά, κατατάσσω αυτό το φαινόμενο στο άριστο κλίμα και προσανατολισμό του χωριού μας. Από νωρίς η δροσιά μας πλημμυρίζει, Είναι η περιοχή του Αϊ – Λιά με το εξωκλήσι που στέκει εκεί από το 1909. Πανηγυρίζει στις 20 Ιουλίου με ακολουθίες, αρτοκλασίες και πολλούς πιστούς. Θα τελειώσω με τους δύο κάθετους στον κεντρικό δρόμο στενότερους δρόμους. Ο ένας αρχίζει από το κέντρο του χωριού και οδηγεί στα ονομαστά «Ρουπιάνικα». Τα πρώτα χρόνια που παραθερίσαμε στη Ράχωβα, εκεί υπήρχαν πολλά σπίτια κατοικημένα, πλούσια νερά, μεγάλη βλάστηση. Τώρα είναι όλα σχεδόν ακατοίκητα. Η συνήθης πορεία των πραγμάτων (όλοι στις πόλεις) και κάποιος από τους τελευταίους σεισμούς, συνετέλεσαν σε αυτό το αποτέλεσμα. Τώρα βοηθάει και η παντελής έλλειψη νερών. Τα πανέμορφα ποτιστικά έχουν μείνει χέρσα και από πράσινο υπάρχουν μόνο μερικές καρυδιές και αυτές αρρωστημένες. Κάποιο καινούριο σπιτάκι έχει ξεφυτρώσει, ακατοίκητο, όμως, ακόμα, το τυροκομείο του Χρήστου Πετρόπουλου, κλειστό από χρόνια, το κοιμητήριο του χωριού και ο Αϊ – Γιάννης. Παλιά ήταν μία από τις τρεις ενορίες της σπουδαίας, τότε, Ράχωβας. Διατηρείται αρκετά καλά από τις συνεχείς φροντίδες και τις ανακαινίσεις. Κάθε χρόνο λειτουργείται στις 29 Αυγούστου στη χάρη του Αγίου. Από τη λίμνη του Αϊ – Λιά αρχίζει και άλλος δρόμος, που οδηγεί στην τελευταία γειτονιά του χωριού, τα γνωστά «Μιχαλέικα». Στην αρχή αυτού του «προαστίου», υπάρχει ρεματιά με άφθονη βλάστηση και αμέσως μετά οι Άγιοι Ταξιάρχες. Αξιόλογη εκκλησία και αυτή, ενορία κάποτε, είναι χτισμένη στον ίσκιο μια μεγάλης βελανιδιάς από την Ανατολή και ενός συμπλέγματος μέτριων πλατάνων από τη Δύση. Είναι ευρύχωρη εκκλησία με καλοδιατηρημένες άριστης τεχνοτροπίας παλαιές εικόνες, χειροποίητα ασημένια καντήλια, στασίδια από σκαλισμένο στο χέρι ξύλο και στις τρεις πλευρές, άξια λόγου από κάθε άποψη. Μια εκκλησία που θα ήταν για τον πολιτισμό της Ράχωβας στολίδι αν ο χρόνος και η αδιαφορία των ανθρώπων δεν την είχαν φθείρει τόσο. Τα πρώτα χρόνια, ο ιερέας του χωριού λειτουργούσε και των Αγίων Ταξιαρχών, στις 7 Νοεμβρίου, έστω και με πολύ κρύο, και κατόπιν κατέβαινε στην ενορία της Βαλκουβίνας. Δέκα χρόνια τώρα παρακολουθούσα την εκκλησία αυτή χωρίς κουφώματα και με χαλασμένη σκεπή, να βρίσκεται στο έλεος των καιρικών φαινομένων. Όταν και το εσωτερικό της άρχισε να καταστρέφεται, ευαισθητοποιήθηκε το εκκλησιαστικό συμβούλιο και με την οικονομική αρωγή συμπατριωτών, επισκεύασε τα κουφώματα και έφτιαξε νέα σκεπή. Συντηρήθηκε αρκετά. Τώρα την ανοίγει κάπου – κάπου κάποιος πιστός και την επισκεπτόμαστε. Τα περισσότερα σπίτια από τα παλιά Μιχαλέικα είναι κατοικημένα. Κάποιο καινούριο χτίστηκε πρόσφατα και το σπίτι του Παπα – Σωτήρη φαίνεται, ας πούμε, καλοστεκούμενο. Κάποια ανάλογη ή μεγαλύτερη καταστροφή υπέστη και ο παλιός Αϊ – Νικόλας, παλιά μητρόπολη της Ράχωβας. Βρίσκεται σε μια χαμηλή τοποθεσία του χωριού, κατάφυτη από κυπαρίσσια, πεύκα και ακακίες. Αγιογραφήθηκε με επιμέλεια και δαπάνη του Ραχωβίτη Πατριάρχη Ιεροσολύμων Δωσίθεου του 1706. Ο χρόνος και οι άπιστοι κατέστρεψαν τις αξιόλογες αγιογραφίες. Μετά και την κατασκευή του καινούριου Αγίου Νικολάου εγκαταλείφθηκε και από τους κατοίκους και κατέληξε σε ερείπιο. Τώρα δεν έχει μείνει τίποτα που να θυμίζει την αίγλη και το μεγαλείο της. Έχω ακούσει και για άλλες εκκλησίες που υπήρχαν πολύ παλιά στο χωριό. Ο Αϊ – Γιώργης, του οποίου υπάρχει ακόμα προσκυνητάρι, ο Άγιος Βλάσιος, ο Άγιος Τρύφωνας, η Φανερωμένη, η Αγία Παρασκευή. Από παλαιότερους κατοίκους έχω ακούσει για την ύπαρξή τους και την τοποθεσία που βρίσκονταν. Τελειώνω επισημαίνοντας πως η διαφορά της Ράχωβας από το 1954, που την επισκέφθηκα για πρώτη φορά, μέχρι σήμερα είναι όντως αισθητή. Πάντα ήταν όμορφη, ένα χωριό με όλες τις ιδιαιτερότητες των ορεινών χωριών, όμως πολύ αλλιώτικο παλιά, πολύ αλλιώτικο τώρα.
Ελένη Ασημακοπούλου - Μανωλοπούλου