Friday, September 19, 2008

Πώς σου φαίνεται η ιδέα ότι όλα αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο εμάς δεν μας αγγίζουν; Δεν μας αφορούν;


Παράπλευρες απώλειες στο κυνήγι του κέρδους

"Ο Ιγνάσιο Ραμονέ πριν από μερικούς μήνες σε άρθρο του σημείωνε ότι το 2009 είναι πιθανό να αποδειχθεί καταστροφικότερο του '29, καθώς για πρώτη στη σύγχρονη ιστορία τρίς κρίσεις (χρηματοπιστωτική, ενεργειακή, επισιτιστική) εξελίσσονται ταυτόχρονα. Οι πρώτοι κραδασμοί του διαφαινόμενου οικονομικο-κοινωνικού σεισμού: Αύξηση των λομοκτονούντων κατά 75 εκατομμύρια μέσα σ' ένα χρόνο (930 εκατ. από 855), 36 εκατ. θάνατοι από την πέινα από τις αρχές του χρόνου, αυταρχικές κυβερνητικές πολιτικές, αθρόες μετακινήσεις απελπισμένων, διογκούμενη εξαθλίωση και εκτός Τρίτου Κόσμου: 28 εκατομμύρια - ένα δέκατο του πληθυσμού - έφτασαν φέτος στις ΗΠΑ όσοι διατρέφονται με δελτίο - πάνω από 39 δισ, δολάρια τον χρόνο ξοδεύει η αμεριακανικήκυβέρνηση σε συσίτια. Και να σκεφθεί κανείς, ότι μ 30 δισ. δολάρια, κατά τους υπολογισμούς του ΟΗΕ, θα μπορούσε να διπλασιαστεί η παραγωγή εδώδιμων στοον Τρίτο Κόσμο και να εξαλειφθεί η πείνα... Μια κρίση που δεν μοιάζει με τις προηγούμενες , αφού πλέον την προκαλούν: η κλιματική αλλαγή (συχνές πλημμύρες και ξηρασίες, άρα τεράστια μείωση της συγκομιδής), η παγκόσμια αύξηση της ζήτσης τροφίμων λόγω της αύξησης των εισοδημάτων γιγαντιαίων πληθυσμών, η χαμηλή παραγωγικότητα των φτωχών χωρών, η προώθηση της παραγωγής των βιοκαυσίμων σε ΗΠΑ και Ευρώπη... Είναι αλήθεια ότι την πείνα δεν τη γεννά η φύση, αλλά οι λανθασμένες αποφάσεις, οι εσφαλμένοι υπολογισμοί, η έλλειψη προνοητικότητας, τα δημαγωγικά μέτρα, οι πολιτικές των ισχυρών....Δεν είναι μια αναπότρεπτη μοίρα, μια παράλογη και άδικη κατάρα, αλλά η "παράπλευρη απώλεια" μιας πολιτικής επιλογής, ενός πολιτικού σχεδίου που ευνοεί τους πιο ισχυρούς στον παγκόσμιο οικονομικό ανταγωνισμό...".

ΑΝΤΙΛΟΓΟΙ της Τασούλας Καραϊσκάκη, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2008

Sunday, September 14, 2008

Θυμάσαι που μας διάβαζε ένα διήγημα...




Να, έτσι ήταν

Όταν κανένα βράδυ μετά την δουλειά κατεβαίνω το δρόμο κάτω στο εμπορικό κέντρο και ακούω έναν πλανόδιο μουσικό να παίζει με το βιολί αυθόρμητα χαμογελώ και θυμάμαι τον δάσκαλο Σπύρο Μανωλόπουλο να βηματίζει μέσα στην τάξη σιωπηλός και να χαμογελά με κάτι που σκεφτόταν. Θυμάσαι που μας διάβαζε ένα διήγημα, πολύ γνωστού συγγραφέα... Ρωτούσαν έναν φτωχό αγωνιστή πώς ήταν ο αγώνας της ανεξαρτησίας και αυτός δεν αναγνώριζε κανένα στοιχείο του στους πανηγυρικούς, στις παρελάσεις, στις γιορτές, στις φανφάρες. Μια στιγμή άκουσε έναν άθλιο διακονιάρη στην άκρη του δρόμου να παίζει ένα γλυκό λυπημένο τραγούδι και ξαφνικά φωτίστηκε το πρόσωπό του και αγαλλίασε: Να έτσι ήταν… λέει σε αυτούς που τον ρωτούσαν πως ήταν η επανάσταση. Να έτσι ήταν ... η πραγματικότητα.
Το διάβασμα είναι κάτι δημιουργικό. Δίνει ένα πλαίσιο αναφοράς, όπου τα σύμβολα, οι λέξεις με τις οποίες επικοινωνούμε με τονε αυτό μας και με τους άλλους, αποκτούν πραγματικότητα. Τα πιστεύουμε. Δεν είναι λόγια του αέρα. Είναι αληθινά. Και μας βάζουν σε μια αναμονή κάτι καινούριου... Κάτι νέο θα έλθει.
Στην άκρη της Αράχωβας, μετά τα αλώνια στο προσκυνητάρι του Αη Γιώργη, στον δρόμο για το Σούβαλτο οι άνισες πλαγιές, δεν σου δίνουν την αίσθηση του ανοίγματος, της ανάτασης;

Thursday, September 11, 2008

Που μνίσκεις; Τι χαλεύεις τώρα;


ΜΟΡΑΪΤΕΣ ΣΚΗΝΙΤΕΣ ΒΛΑΧΟΙ

Τσεκουραίοι, Τσιρικαίοι, Καλυβαίοι, Γκοκακαίοι, Κορδολαίοι, Φλιγκαίοι, Τσακουμακαίοι, Ντουλαίοι, Τσογκαίοι, Θανασουλαίοι, Σαρανταυγάδες, Μαμαλαίοι, Λυγκαίοι, Μπακογιανναίοι, Μακρυγιανναίοι, Καπινιάδες, Μαντζουτζαίοι, Βοϊδολαίοι, Κωνστανταραίοι, Καραχρησταίοι, Βαγγελακαίοι, Χανιάδες, Παπακωσταίοι, Λαβδαίοι, Ρεσταίοι, Μαγγιναίοι, Σμυρνιωταίοι, Παπουστσήδες, Γκογκολαίοι, Μαυρανασαίοι.


«Οι νομάδες κτηνοτρόφοι της Πελοποννήσου .... Στα διάφορα βιβλία και έγγραφα (ενοικιοστάσια, πωλητήρια) αναφέρονται σαν ‘βλαχοποιμένες’ ή σχέτο ‘ποιμένες’. Οι ίδιοι … αυτοπροσδιορίζονται σαν ‘σκηνίτες βλάχοι’. Σαν τόπο καταγωγής τους αναφέρουν την Πίνδο (Συρράκο, Άγραφα) απ’ όπου έφυγαν, στις αρχές του 19ου αιώνα, κυνηγημένοι από τον Αλή Πασά… Στην επανάσταση του 1821 συνέβαλαν σημαντικά στον αγώνα πρισφέροντας στρατιώτες και τρόφιμα γι αυτό ο Ιμπραήμ κατευθυνόμενος προς Κόρινθο είχε βάλει πρωταρχικό του στόχο να καταστρέψει τους ΄βλάχους’ και την κτηνοτροφία της Ζήριας… Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα ‘οι σκηνίτες βλάχοι’ βρίσκονταν στο απόγειο της δόξας τους. Κοπάδια με χιλιάδες γιδοπρόβατα, βαλμαδιά με εκατοντάδες άλογα, αμέτρητα παιδιά κι εγγόνια και χιλιάδες λίρες που θα τους επιτρέψουν αργότερα να κάνουν μεγάλες αγορές. Την δεκαετία του 1920 το κράτος, προσπαθώντας να περιορίσει τη ληστεία και την λιποταξία, τους υποχρεώσε να εγγραφούν στα μητρώα των κοινοτήτων προκειμένου να έχουν διακίωμα να νοικιάζουν λειβάδια. Επιπλέον άρχισαν να κάνουν αγορές σπιτιών και λιβαδιών σε ορεινές κοινότητες της Αχαϊας και Κορινθίας, των οποίων οι κάτοικοι είχαν ήδη αρχίσει να μεταναστεύουν στα παράλια του Κορινθιακού κόλπου από τα τέλη του 19ου αιώνα... Την δεκαετία του 1930 άρχισαν δειλά-δειλά ν΄ασχολούνται με την καλλιέργεια της γης. Καθοριστικός υπήρξε και ο νόμος του Μεταξά που απαγόρευε την υπερβόσκηση των δασών. Ο πόλεμος του 1940 και αργότερα ο εμφύλιος προκάλεσαν μεγάλες απώλειες ανθρώπων, ζώων, και χρημάτων και σήμαναν το τέλος της νομαδικής ζωής. Άρχισαν να εγκαταλείπουν την κτηνοτροφία, κατάργησαν την ενδογαμία, έβγαλαν τις φορεσιές και εγκαθίστανται, σαν γεωργοί πλέον, στα παραλιακά μέρη. Σήμερα, μόνο ένα ποσοστό του 25% ασχολούνται με την κτηνοτροφία, 50% με την γεωργία και 25% μ' άλλα επαγγέλματα κυρίως κρεοπωλεία, ψησταριές και καταστήματα γαλακτομικών προϊόντων. Το μεγαλύτερο μέρος των 'σκηνιτών βλάχων' έχουν εγκατασταθεί στην Κορινθία (50%), στην Αχαϊα (20%), στην Αργολία (10%), στην Ηλεία (15%) και (5%) στη περιοχή των Μεγάρων και Σαλαμίνας».


ΛΕΞΕΙΣ ΤΩΝ ΒΛΑΧΩΝ

αγγειά=σκεύη, δοχεία - ανάχλιο=χλιαρό - βαβα=γιαγιά - βαλμάς=βοσκός αλόγων - βαρέματα=φορτία - βάτρα=φωτιά - γαλάραμα=βύζαγμα αρνιών - δοκήθηκα=κατάλαβα - έμασα=μάζεψα - κακάβι=τέντζερης - καλιάζω=ταιριάζω - λαλάς=θείος - λακινιά=κοπάδι αλόγων - μαργώνω=κρυώνω - ξεθάλι=μάσα - ποριά=πόρτα μαντριού - πρατίνα=προβατίνα - πυρομάχος=πέτρα της βάτρας - ρεκάζω=βελάζω δυνατά - σαρμανίτσα=κούνια, σειριά=γενιά - ταράφι=ομάδα, τσερέπα=γάστρα - φρετζάτο=εσωτερική αυλή, χαλεύω=ζητώ, χάρη=το έθιμο της αλληλοβοήθειας


Λεωνίδας Β. Πέτρου: Μοραίτες, Σκηνίτες, Κτηνοτρόφοι (Καραγκούνηδες, Καρακατσάνηδες, Ρουμελιώτες), Αίγιο 2007

Sunday, August 31, 2008

«16 Αυγούστου, 8 το βράδυ, σας καλούμε για φαγητό και χορό στην Πλατεία του Αγίου Νικολάου»



Το τελευταίο party του καλοκαιριού στη Ράχωβα

«16 Αυγούστου, 8 το βράδυ, σας καλούμε για φαγητό και χορό στην Πλατεία του Αγίου Νικολάου» έγραφε με καλλιγραφικά κεφαλαία γράμματα η πρόσκληση των παιδιών.
Χαρούμενα τη μοίρασαν από πόρτα σε πόρτα σε όλες τις οικογένειες.
Η ανάμνηση από τα γλέντια των προηγούμενων χρόνων μας ενθουσίασε και περιμέναμε με ανυπομονησία τη βραδιά εκείνη.
Την ίδια νύχτα, κατά σύμπτωση, θα μεταμόρφωνε όλο το χωριό και η πανσέληνος του Αυγούστου.
Η προσφορά όλων με κάποιο φαγητό ή γλύκισμα, συνετέλεσε στο να στρωθεί ένα πλούσιο δείπνο.
80 και πλέον άτομα πήραμε τη θέση μας στα 6 τραπέζια, που τοποθετήθηκαν σε ορθή γωνία στην πιο ρομαντική τοποθεσία του χωριού, στην πλατεία έξω από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, κάτω από τον αιωνόβιο πλάτανο.
Τα παιδιά που παραθερίζουν στο χωριό μας, αυτοί οι μικροί πρωταγωνιστές, μας περιποιήθηκαν με τον καλύτερο τρόπο.
Τα χάρτινα τραπεζομάντιλα και τα απλά σερβίτσια τοποθετούνταν με μεγάλη χάρη και ευγένεια.
Αναψυκτικά, μπύρες, κρασί, όλα πλούσια. Βραστό βεργάδι, πατάτες ψητές, τυριά, σαλάτες, όλα ντόπια και αγνά, γέμισαν τα πιάτα μας.
Η βραδιά ήταν ζεστή, το ολόγιομο φεγγάρι γλιστρούσε στο βελούδο του στερεώματος, ρίχνοντας τις ασημένιες ακτίνες του σε κάθε σπιθαμή της γης.
Οι κασέτες για τη μουσική ήταν προσεκτικά διαλεγμένες από τα παιδιά κι εμάς τους μεγάλους. Δώσαμε τους πρώτους χορούς στα παιδιά, συνεχίσαμε για κάποιο διάστημα με τσάμικα και καλαματιανά για τους μεγάλους και μέχρι αργά το ξημέρωμα συνέχισαν οι μικροί με τα μοντέρνα της εποχής τους.
Φαγητά, ποτά, χορός. Ένα αποχαιρετιστήριο party που έχουν καθιερώσει τα παιδιά της Ράχωβας τα τελευταία χρόνια. Περνούμε εξαίσια. Μας μένει στην καρδιά ένα ακόμη ξεφάντωμα στην Εξοχή, κάτω από το θεόρατο πλάτανο της πλατείας του Αγίου Νικολάου.


Ελένη Ασημακοπούλου - Μανωλοπούλου

Thursday, August 28, 2008

O δημόσιος κόσμος





Ο δημόσιος κόσμος συνδέεται με το ανθρώπινο τεχνούργημα, με τα κατασκευάσματα των ανθρώπινων χεριών, και με όσα συμβαίνουν μεταξύ εκείνων που κατοικούν από κοινού τον δημιουργημένο από τον άνθρωπο κόσμο. «Η συμβίωση μέσα στον κόσμο σημαίνει κατ’ ουσίαν ότι ένας κόσμος πραγμάτων βρίσκεται μεταξύ εκείνων που τον έχουν από κοινού, όπως ένα τραπέζι βρίσκεται μεταξύ εκείνων που κάθονται γύρω του. Ο κόσμος, όπως κάθε τι που βρίσκεται ‘μεταξύ’, συνδέει και συγχρόνως χωρίζει τους ανθρώπους». (σ. 78)

«Κάτω από τις συνθήκες ενός κοινού κόσμου, την πραγματικότητα δεν την εγγυάται κατά κύριο λόγο η ‘κοινή φύση’ όλων των ανθρώπων που την συνιστούν, αλλά μάλλον το γεγονός ότι, παρά τις διαφορές θέσεως και παρά την ποικιλία όψεων που προκύπτει, όλοι ενδιαφέρονται πάντα για το ίδιο αντικείμενο. Αν η ταυτότητα του αντικειμένου δεν είναι πλέον δυνατό να διακριθεί, καμιά κοινή φύση των ανθρώπων, και λιγότερο απ’ όλα ο αφύσικος κομφορμισμός μιας μαζικής κοινωνίας, δεν μπορεί ν’ αποτρέψει την καταστροφή του κοινού κόσμου, που συνήθως ακολουθεί την καταστροφή των πολλών όψεων, με τις οποίες εμφανίζεται στο ανθρώπινο πλήθος. Αυτό μπορεί να συμβεί κάτω από συνθήκες απόλυτης απομόνωσης, όπου κανείς δεν μπορεί πια να συμφωνήσει με κανέναν άλλο, όπως συμβαίνει συνήθως στις τυραννίες».(σ. 85)

Η Arendt παρατηρεί ότι την απώλεια της δημόσιας σφαίρας μαρτυρεί με σαφή τρόπο η απώλεια ενδιαφέροντος για την αθανασία. Παραθέτει τον Αριστοτέλη οποίος στα Ηθικά Νικομάχεια έγραψε: «Κατά την εξέταση των ανθρώπινων υποθέσεων δεν πρέπει κανείς … να εξετάζει τον άνθρωπο ως έχει, δεν πρέπει να εξετάζει τι είναι θνητό στα θνητά πράγματα, αλλά να στοχάζεται γι’ αυτά [μόνο] στον βαθμό που έχουν την δυνατότητα να καταστούν αθάνατα». Η Πόλις των Ελλήνων και η Res Publica των Ρωμαίων ήταν η εγγύηση κατά της ασημαντότητας της ατομικής ζωής. (σ. 85)

Arendt, H. (1958) Η Ανθρώπινη Κατάσταση, 1986, Μετάφραση: Στ. Ροζάνης, Γ. Λυκιαρδόπουλος, Αθήνα, Γνώση

Wednesday, August 27, 2008

Αλληθέστατη αιτία





"Είναι ολοφάνερο πράγματι, ότι ο ιστορικός Θουκυδίδης στοχεύει σε μια μορφή αλήθειας, που δεν είναι διόλου αποδεκτή ή αναγνωρισμένη από τους ιστορικούς ως επιδιωκόμενος σκοπός, δεν θέλει να ορίσει απλώς την αλήθεια των γεγονότων: η αλήθεια αυτή είναι μια ύψιστη απαίτηση και κατά κάποιον τρόπο προϋπόθεση. Θέλει μέσα από τα γεγονότα αυτά, να συγκρατήσει μόνο εκείνα όπου διακρίνονται βαθύτερες τάσεις. Το λέει στην περίφημη φράση - κεφάλαιο Α22 - όπου διευκρινίζει το είδος της αλήθειας, στην οποία αποβλέπει: 'Αλλά είμαι ικανοποιημένος αν το έργο μου κριθεί ωφέλιμο για όσους θελήσουν να έχουν ακριβή γνώση των γεγονότων που συνέβησαν και εκείνων που που θα συμβούν στο μέλλον, τα οποία, από την πλευρά της ανθρώπινης φύσης, θα είναι όμοια και παραπλήσια. Έγραψα την ιστορία μου για να μείνει αθάνατο κτήμα των ανθρώπων και όχι έργο επίκαιρου διαγωνισμού για ένα πρόσκαιρο ακροατήριο'. Για να υπάρξει αυτή η δυνατότητα, πρέπει να αναγνωρίσουμε στα γεγονότα που αφηγείται καταστάσεις γενικότερης φύσης, βαθειά ανθρώπινες τάσεις, εν ολίγοις αίτια που δεν είναι πάντοτε ορατά, αλλά συνιστούν ήδη ένα είδος πολιτικής φιλοσοφίας. Την διακρίνουμε στον τρόπο με τον οπίο ο Θουκυδίδης, αμέσως μόλις περιγράψει τα αίτια του πολέμου, αντιπαρέρχεται εκείνα που αποκαλεί περιστατικά και διαφορές, για να συγκρατήσει μόνο αυτό που ονομάζει αληθέστατη αιτία. Έτσι προβάλλει τον ρόλο δύο συναισθημάτων εξίσου θεμελιωδών, όπως ο πόθος της εξουσίας και η ανάγκη της ανεξαρτησίας - δύο ισχυρά συναισθήματα που απαντώνται σε ολόκληρο το έργο του".




Jacqueline de Romilly (2005) Η Έξαρση της Δημοκρατίας στην Αρχαία Αθήνα, Αθήνα, 2006, Μετάφραση: Μπ. Αθανασίαου, Κ. Μηλιαρέση, Graal/Το Άστυ σ. 51-52


Saturday, August 9, 2008

Αυτά ήταν κάποτε εύφορα χωράφια


Θυμάσαι τις νύχτες του Αυγούστου, 1948-1955, που μαζεύανε το αραποσίτι; Τα χέρσα τώρα χωράφια ήταν κάποτε αγροί όπου καλλιεργούσανε στάρι και αραποσίτι. Τον Αύγουστο δεν ήταν η εποχή της συγκομιδής; Τον Σεπτέμβρη τρυγούσαμε τα αμπέλια. Τον Αύγουστο μαζεύμαε τα αραποσίτια. Θυμάσαι που μαζεύονταν άντρες και γυναίκες στα αλώνια; Και ξενυχτούσαν με πυροφάνια συλλέγοντας και καθαρίζοντας τα αραποσίτια. Πρώτα της μιας οικονένειας, μετά της άλλης, μετά της άλλης, όλοι μαζί, μια κοινότητα. Λέγοντας ιστορίες, κάνοντας αστεία, υπονοούμενα, και αυτοσχέδια τραγούδια. Με αλληλεγγύη. Με την χάρη της αλληλοβοήθειας. Βέβαια οι καταστολές των επιθυμιών και των συναισθημάτων ήταν καθεστώς σε μια αγροτική κοινότητα. Ήταν αιτία και αποτέλεσμα φόβου των ορμών. Αλλά εμείς δεν κρυφακούγαμε τα ζευγάρια; Δεν τολμούσαμε; Δεν παίζαμε; Τα μικρά παιδιά τα μάζευαν στην άκρη κάτι γιαγιάδες και τα κάθιζαν στους όχθους. Και όλο ιστορίες για διαμόνους μας έλεγαν. Θυμάσαι αυτό το φως από τις λάμπες εκείνες τις μαγευτικές νύχτες του Αυγούστου; Το φως που άναβε την επιθυμία να γνωρίσουμε. Και τον φόβο. Την λαχτάρα. Και την κατάφαση της ζωής. Βέβαια δεν ήταν τότε όλα καλά και τώρα είναι όλα άσχημα.
Αλλά τότε είχαμε αλώνια, αγορές, τρύγους, γιορτές όπου συναντούσαμε ο ένας τον άλλο. Πώς κατακερματίστηκε ο κοινωνικός μας ιστός;