Friday, November 23, 2007

Μερικές πηγές για τον Πατριάρχη Δοσίθεο

Ο Δοσίθεος Σκαρπέτης εννήθηκε στα Σκαρπετιάνικα της Αράχωβας στις 31 Μαίου 1641. Χειροτονήθηκε Διάκονος το 1652 στο Μοναστήρι των Αγίων Αποστόλων κοντά στην Αράχωβα, και Αρχιδιάκονος στα Ιεροσόλυμα το 1661. Έγινε μετά Αρχιεπίσκοπος στην Καισαρεία Παλεστίνης (Horbat Qesari, Israel) το 1666 και Πατριάρχης των Ιεροσολύμων το 1669. Πέθανε στην Κωνσταντινούπολη στις 8 Φεβρουαρίου 1707.

Που μπορούμε να βρούμε στα Ελληνικά τις Εξομολογήσεις του;

Παραθέτουμε ορισμένες πηγές που έχομε στη διαθεσή μας.

--------------------------------------------------------------------------------------------





http://p2.www.britannica.com/eb/article-9031006
Back to top
Close
Link to this article and share the full text with the readers of your website or blog-post
click here
------------------------------------------------------------------------------------------













-----------------------------------------------------------

Γεωγραφικό Λεξικό Ελλάδος


Στην Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια-Γεωγραφικό Λεξικό Ελλάδος (Αθήνα, Ερμής ΕΠΕ) του Μιχάλη Σταματελάτου βρήκαμε πάλι την Αράχωβά μας: " Έως 1940 Αράχωβα και Ράχωβα. Έως 1955 Αράχοβα Βελλόης. Οικισμός Πελοποννήσο, στις πλαγιές κορυφογραμμής Μαρμάρι, Ανατολικά της Πάτρας, Νομού Αχαίας, Δήμου Αιγείρας (έως 1997 επαρχία Αιγιαλείας), Μέχρι τώρα: Κοινότητα Εξοχής. Κάτοικοι 1928 [791], 1940 [893], 1951 [84], 1961 [55], 1971 [11], 1981 [60], 1991 [80]. Υψόμετρο 1.100 μ. Από το 1828 έως το 1937 λειτούργησε εδώ 'Ελληνική Σχολή'. ΠΡΟΣΩΠΑ. Γεννήθησαν: Δοσίθεος (1641) Πατριάρχης Ιερολύμων και συγγραφέας. Κωνσταντόπουλος-Κοσντάντ Τζώρτζ (1892) Ελληνοαμερικανός ζωγράφος.

Το εύρημα αυτό μας το έστειλε ο Γιώργος Μανωλόπουλος του Χαράλαμπου.

Ποιός θα ψάξει τα αρχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας; Θα κρύβονται θησαυροί εκεί.

Friday, August 31, 2007

Πανσέληνος στην Εξοχή


Έχουμε χορτάσει τα 27 χρόνια εδώ, στην Εξοχή, την πανσέληνο. Κάθε χρόνο μας μαγεύει. Ομορφαίνει την ούτως ή άλλως πανέμορφη φύση. Ίσως και η θέση του σπιτιού μας και οι βεράντες ολόγυρά του να έλκουν σαν μαγνήτες όλο το μεγαλείο της.
Καθισμένοι κάθε χρόνο στα καθίσματα του μπαλκονιού, με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό, ξεχνιόμαστε παρακολουθώντας το γύρισμα του φεγγαριού στο βελούδο του στερεώματος.
Η λάμψη του μεταμορφώνει το τοπίο γύρω και μακριά από το σπίτι μας. Οι βράχοι της Σκαλίτσας ασημίζουν και το ασήμι τους κυλά στους πρόποδες και τη λίγη αλλά χαριτωμένη βλάστησή της. Τα μικρά δέντρα στη σειρά της κορυφής θυμίζουν στρατιώτες αποκαμωμένους μετά τη μάχη, ήρεμους, σιωπηλούς.
Του πλατάνου του Αη-Λιά μετράς τα φύλλα, τα νερά της λίμνης δίπλα λαμποκοπούν, τα αγριάγκαθα, περήφανα, σχολιάζουν μεταξύ τους. Ένα ειδυλλιακό, μαγευτικό θέαμα παρουσιάζει η φωτεινή πανσέληνος του Αυγούστου.
Λες πως αυτή τη νύχτα ζεις σε έναν άλλο κόσμο, έναν παρθένο κόσμο όπου δεν φτάνει τίποτα από την αγωνία και το άγχος των καιρών.
Κάπως ενώνεται με ομορφιά και απλότητα το έργο του Θεού και της φύσης.
Οι δρόμοι φωταγωγούνται. Κάθε λιθάρι, κάθε πτυχή της γης, κάθε δέντρο, μικρό ή μεγάλο, φαντάζει σαν ζωντανό, χαμογελάει και χαίρεται. Ευχαριστεί, με ένα σάλεμα του κεφαλιού από το νυχτερινό αεράκι, το φεγγάρι, σα να υποκλίνεται μπροστά του.
Τα βουνά γύρω από τη Ράχωβα, πιο πράσινα από ό,τι την ημέρα, πιο δροσερά, πιο μαγευτικά στη λάμψη του φεγγαριού.
Οι λαγκαδιές δείχνουν όλο το βάθος τους και τα όμορφα χωριά απέναντι, Περιθώρι και Σαραντάπηχο, είναι φωτισμένα σαν από τεχνητούς προβολείς.
Πόσο φωτίζει το διάβα μας, αν κάνουμε κι εμείς μια βόλτα στη γη παράλληλα με το ίδιο στον ουρανό!
Πόσο ευτυχισμένα τα ζευγάρια δίνουν τα χέρια μέσα σε ένα τέτοιο μεγαλείο του ουρανού και υπόσχονται αιώνια αγάπη! Το άπλετο φως του τα καθοδηγεί με ασφάλεια από κάποιο στενό δρομάκι στη φωλίτσα τους.
Η ομορφιά, ο θαυμασμός, ο έρωτας, το τραγούδι, γεννιούνται από τη θέα του αυγουστιάτικου φεγγαριού, από τα χίλια παιχνίδια που μας παίζει η πανσέληνος. Παντού φέγγει· σε αυτό, όμως, το ευλογημένο ορεινό χωριό μεγαλουργεί.
Και αυτό, παντεπόπτης και συντονιστής, με την μπαγκέτα στο χέρι, απαλά, με ήρεμο και γλυκό χαμόγελο, διευθύνει τη σιωπηλή συναυλία της νύχτας, τη συναυλία των χρωμάτων.
Αποτυπωμένο σε πίνακες μεγάλων ζωγράφων και χιλιοτραγουδισμένο από εξαίσιους ποιητές και μελωδούς είναι το αυγουστιάτικο φεγγάρι.
Φέτος το σκίασαν τραγικά οι μεγάλες, πρωτοφανείς πυρκαγιές, που έπληξαν τη χώρα.
Το φωτισμένο, όμως, εσωτερικό του σπιτιού, μας έκανε να πεταχτούμε έξω, έστω και με βαριά καρδιά, και να του κάνουμε λίγη συντροφιά. Μια συντροφιά που λάμπει από την επιθυμία και την λύπη για τα τραύματα που κάνουμε στον κόσμο μας. Σιγοτραγουδήσαμε κάποια τραγούδια που γράφτηκαν γι’ αυτό και αποτυπώσαμε στο βλέμμα και στο νου μας την ομορφιά του.
Φεύγουμε από το χωριό πιο κεφάτοι και πιο αισιόδοξοι.
Ελένη Μανωλοπούλου

Thursday, August 30, 2007

Ζωή είναι αυτό που γλιτώνει από τον θάνατο


Μετά το τέλος της ανείπωτης τραγωδίας του εμφυλίου, με χιλιάδες νεκρούς και απίστευτες καταστροφές, οι καμμένοι κάτοικοι της Πελοποννήσου άρχισαν να ανοικοδομούν τη πατρίδα τους. Οι πόλεμοι τελείωσαν. Οι αντάρτες νικήθηκαν από την 9η Μεραρχία. Έμειναν όμως έχθρες και μίση που δηλητηρίαζαν την ζωή στις μικρές κοινωνίες. Για αυτό πολλοί μετανάστευσαν, έφυγαν από τα χωριά τους για τις μεγάλες πόλεις, κυρίως για την Αθήνα αλλά και για το εξωτερικό. Για να παλέψουν, για να γλιτώσουν από τον θάνατο που φωλιάζει μέσα στον καθένα, για να δημιουργήσουν. Πέρασαν 50 σχεδόν χρόνια για να λιγοστέψουν οι προβολλές (όλο οι άλλοι φταίνε), οι αποκλεισμοί και οι διαχωρισμοί, για να κάνουν οι άνθρωποι χώρο μέσα τους ώστε να χωρέσουν τους άλλους, για να συν-χωρέσουν και να συμφιλιωθούν με τους διαφορετικούς. Δεν έπαψαν οι διχόνοιες για συμφέροντα, οικονομικά και κομματικά αλλά δεν υπάρχει εκείνη η ωμή βία. Οι Έλληνες ενώνονται όποτε έχουν ένα όραμα. Μιλούν την ίδια πανάρχαια γλώσσα, αγαπούν την ζωή, πιστεύουν ότι τα παιδιά πρέπει να μάθουν γράμματα, να εργασθούν, να προχωρήσουν αυτόνομα, να ζήσουν καλλίτερα από τους γονείς τους.

Θα ξεσηκωθούν πάλι τώρα οι Έλληνες; Για να κτίσουν με ομόνοια μια πατρίδα από την αρχή. Και να οργανωθούν για να προστατεύσουν τους εαυτούς τους, τα σπίτια τους, τις ελιές τους, τα ζώα τους, τα χωριά τους. Να προστατεύσουν το περιβάλλον. Για τα παιδιά. Ακούμε τα ονόματα των χωριών και των ανθρώπων που κάηκαν και θυμόμαστε τον πόλεμο. Γιατί δεν ξεσηκώνονται οι Έλληνες; Γιατί δεν δίνουν προσωπική εργασία για το τόπο τους; Γιατί δεν παίρνουν τα πράγματα στα χέρια τους; Θυμόμαστε το παρελθόν με αναμνήσεις ή το ζούμε σαν να είναι παρόν, κάνοντας τα ίδια λάθη με επαναλήψεις-μνήμες από το μέλλον.
Ο Σπύρος Νικολόπουλος μας έστειλε ένα κείμενο του ερευνητή Π. Κωνασταντινίδη όπου το 2001 μιλά για τις πυρκαιές του 2007...

"Οι πυρκαγιές στα μεσογειακά δάση της χώρας μας επηρεάζουν γενιές και γενιές Ελλήνων από την αυγή του πολιτισμού μας. Παρ' όλα αυτά, ακόμη και σήμερα, 3,500 χρόνια μετά, δεν έχουμε μάθει να ζούμε με αυτές. Τις θεωρούμε ένα παροδικό φαινόμενο - το οποίο θα εκλείψει μόνο όταν ο άνθρωπος αλλάξει συμπεριφορά απέναντι στο δάσος -, και έτσι κανείς μας δεν προετοιμάζεται γι' αυτές."Είμαστε μοναδικά όντα φωτιάς σ' ένα μοναδικό πύρινο πλανήτη" Stephen Pyne. Αύγουστος του 1989 .... μιας πυρκαγιάς που έκαψε σχεδόν όλο το βόρειο τμήμα της Σιθωνίας στη Χαλκιδική.... Στην τηλεόραση οι φωτιές είχαν και πάλι τη θερινή τιμητική τους. Η ρουτίνα των ειδήσεων και η φοβερή κούραση με είχαν σχεδόν αποκοιμίσει, όταν συνέβη ένα γεγονός καθοριστικό για τη μετέπειτα επιστημονική μου διαδρομή. Ο Τέρενς Κουΐκ - όταν ήταν στον ΑΝΤ1 - είχε καλέσει τον καθηγητή και δάσκαλό μου Σπύρο Ντάφη για να συζητήσουν το θέμα των πυρκαγιών. Ένας από τους διαπρεπέστερους καθηγητές της Δασολογίας και γνώστης της οικολογίας των ελληνικών οικοσυστημάτων, ο Σπύρος Ντάφης, εξηγούσε, με τη συνηθισμένη ηρεμία του, τα αίτια των πυρκαγιών, όταν ο δημοσιογράφος τον ρώτησε: "Και μετά τις πυρκαγιές, κ. καθηγητά, τι πρέπει να κάνουμε;" "Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να μην κάνουμε τίποτε, απλώς να προστατέψουμε το δάσος από τη βοσκή και τους καταπατητές", απάντησε, ήρεμα πάντα, ο καθηγητής.Ο Τέρενς Κουΐκ σχεδόν έπεσε από το κάθισμά του, τόση ήταν η έκπληξή του. Γαλουχημένος, όπως όλοι μας, με το μύθο της αναγκαιότητας των μεταπυρικών αναδασώσεων δεν ήθελε να πιστέψει τα λόγια του καλεσμένου του. "Μα είναι δυνατό, κ. καθηγητά, να το λέτε εσείς αυτό!!! Ένας ειδικός! Ένας καθηγητής πανεπιστημίου! Είναι δυνατό να μην αναδασώσουμε τις καμένες εκτάσεις; Πώς μπορείτε να λέτε τέτοια πράγματα; Υπάρχει επιστημονική εμπειρία... υπάρχει έρευνα..."Ο καθηγητής μου ένιωσε, είμαι βέβαιος, ακριβώς ό,τι κι εγώ πολλές φορές τα κατοπινά χρόνια: Ορισμένες αλήθειες πρέπει να λέγονται με προσοχή΄ ο κίνδυνος να εκτεθείς είναι μεγάλος εάν αυτό που λες δεν γίνεται απόλυτα κατανοητό."Στην Ελλάδα κανείς δεν μελέτησε τι συμβαίνει έπειτα από μια πυρκαγιά", απολογήθηκε ο Σπύρος Ντάφης. "Εύχομαι αυτό να γίνει σύντομα..."Έτσι βρέθηκα να μελετώ την οικολογία των δασικών πυρκαγιών...."

"... Ο Γιώργος Ευτυχίδης, συντονιστής στο δίκτυο ΠΥΡ-ΣΟΣ - στο οποίο συμμετέχουν οι σημαντικότεροι Έλληνες επιστήμονες που ασχολούνται με το θέμα των δασικών πυρκαγιών - είναι άριστος γνώστης του φαινομένου. Ο κόσμος σήμερα είναι ευαισθητοποιημένος περισσότερο από κάθε άλλη εποχή για τα δάση μας. Πρέπει να εκμεταλλευτούμε αυτό το ενδιαφέρον ώστε να τον ενημερώσουμε. Η φωτιά είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη διατήρηση των μεσογειακών οικοσυστημάτων και αποτελεί επαναλαμβανόμενο φαινόμενο. Αυτοί που διατυπώνουν δημόσιο λόγο πρέπει να εκπαιδεύσουν τους πολίτες να ζουν με τις φωτιές, εκφραζόμενοι με περισσή ευαισθησία και κυρίως γνώση. Δεν γίνονται καλύτεροι οι τρομοκρατημένοι πολίτες. Χρειάζεται επίσης γενναιότητα. Είναι δύσκολο να λες δημόσια ότι πρέπει να μειωθούν οι αναδασώσεις, ότι ο εμπλουτισμός με φυλλοβόλα είναι μια εγκληματική οικολογικά ενέργεια, ότι με τα κλαδοπλέγματα είναι σαν να τοποθετείς μπαρούτι στο δάσος που αναγεννιέται, ότι η Πολιτεία πρέπει να σταματήσει τη δαπάνη δισεκατομμυρίων για άχρηστες παρεμβάσεις, δίνοντας οικονομικό κίνητρο σε όσους επωφελούνται ώστε να προκαλέσουν νέες πυρκαγιές.Τα ελληνικά δάση επιβίωσαν σε μια περιοχή όπου αναπτύχθηκε ένας υψηλού βαθμού πολιτισμός, ο οποίος βασίστηκε πολύ στην ξυλεία. Οι Έλληνες μεγαλούργησαν σαν θαλασσοκράτορες χρησιμοποιώντας ξύλινα πλοία. Το ξύλο βοήθησε να κτιστεί η Ακρόπολη και τ' άλλα θαυμαστά μνημεία. Τα δάση επιβίωσαν από δεκάδες πολεμικές επιχειρήσεις με εισβολείς και εμφύλιους πολέμους. Άντεξαν και προστάτεψαν τον κατατρεγμένο λαό κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Κι όμως, αυτά τα δάση κινδυνεύουν στις μέρες μας με αφανισμό, από το ζήλο και την αγάπη που τους δείχνει η σημερινή ευημερούσα κοινωνία μας". [Παύλος Κωνσταντινίδης (Ερευνητής του ΕΘ.Ι.Α.ΓΕ)

Πηγή: Γαιόραμα (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2001)].


Thursday, August 9, 2007

Το Χρονικό της Ράχωβας


Η ιστορική πορεία της Εξοχής (Ράχωβας) από τις λυκαυγές της ιστορίας ως τα νεότερα χρόνια συνδέεται άρρηκτα με την ιστορία της υπόλοιπης Αιγιαλείας και Αχαΐας.
Οι πληροφορίες για την παλαιολιθική και νεολιθική εποχή του εξεταζόμενου χώρου είναι ανύπαρκτες, λόγω απουσίας αρχαιολογικών ευρημάτων. Δυστυχώς στη Ράχωβα δεν έχουν γίνει γνωστές σε μας αρχαιολογικές έρευνες. Ο χώρος τον οποίο καταλαμβάνει το σημερινό χωριό, από όποια εποχή κι αν κατοικήθηκε, ακολουθεί την εξέλιξη του ευρύτερου χώρου της Αιγιαλείας. Γνωρίζουμε ότι οι παράλιες περιοχές κατοικήθηκαν ήδη από τα προϊστορικά χρόνια (νεολιθικός οικισμός κοντά στο Κράθιο). Οι προϊστορικές αυτές εγκαταστάσεις της βόρειας παραλιακής λωρίδας της Πελοποννήσου κατά τους ιστορικούς χρόνους εξελίσσονται σε μεγάλες πόλεις. Είναι άγνωστο όμως εάν οι ορεινές περιοχές της Αιγιαλείας κατοικήθηκαν από εκείνη την εποχή.
Ως πρώτοι οικιστές της ευρύτερης περιοχής φέρονται να είναι οι Πελασγοί τον 22 αι π.Χ.. (Αιγιαλέοι Πελασγοί), οι οποίοι ήρθαν πιθανόν από τη Μικρά Ασία, διασχίζοντας τη Θράκη και τη Θεσσαλία. Με συνεχή κατοίκηση οι παραλιακοί οικισμοί τους σταδιακά εξελίσσονται σε πόλεις (στις θέσεις του Αιγίου, Αιγείρας κ.α.). Το 2089 π.Χ., κατά τον Στράβωνα, η περιοχή είναι μέρος του βασιλείου του Αιγιαλέα με κέντρο τη Σικυώνα. Το βασίλειό του εκτεινόταν κατά μήκος της παραλιακής λωρίδας, από τη Σικυώνα μέχρι την Ηλίδα. Είναι άγνωστο το εύρος του βασιλείου προς το εσωτερικό της Πελοποννήσου. Μπορούμε όμως να υποθέσουμε ότι συμπεριλαμβανόταν και η περιοχή της Ράχωβας σε αυτό. Είτε από το όνομα του βασιλιά, είτε διότι η χώρα εκτείνεται κατά μήκος του αιγιαλού του Κορινθιακού, η χώρα παίρνει το όνομα Αιγιαλεία. Οι Πελασγοί υπήρξαν ένα από τα Πρωτο–Ελληνικά φύλα, φορείς μιας ινδοευρωπαϊκής γλώσσας, της πρωτοελληνικής, η οποία είναι πρόγονος της αρχαίας ελληνικής.[1] Κατά τους προϊστορικούς χρόνους οι Πελασγοί εμφανίζονται διάσπαρτοι στην Ιταλία, τη Ρουμανία και την Ιλλυρική χερσόνησο. Στην Ελλάδα εντοπίζονται, σύμφωνα με τις πηγές, στις περιοχές της Θεσσαλίας, Αττικής και Πελοποννήσου. Ημιβάρβαροι νομάδες εγκαθίστανται στο χώρο αυτό, εξελίσσονται πολιτικά, πολιτισμικά και θεσμικά και μετά από μερικές γενιές, το 1883π.Χ. συστήνουν οργανωμένο βασίλειο, με πρωτεύουσα τη Σικυώνα. Και όλα αυτά πεντακόσια έτη πριν από την ίδρυση του βασιλείου των Αθηνών (1582 π.Χ.!). Η χώρα βασιλεύεται διαδοχικά από αυτόχθονες ηγεμόνες, ο τελευταίος των οποίων υπήρξε ο Σελινούς (το 1406 π.Χ).
Μετά από πέντε, περίπου, αιώνες κυριαρχίας των Πελασγών στην περιοχή εμφανίζονται οι Ίωνες, αρχαίο ελληνικό φύλο, το οποίο έχει τις ρίζες του στη βορειοδυτική Θεσσαλία. Από εκεί κατηφορίζουν, κατοικούν την Αττική και έπειτα συνεχίζουν νοτιότερα, στην Πελοπόννησο. Ο τελευταίος Πελασγός βασιλιάς της Αιγιαλείας, ο Σελινούς, που αντιλαμβανόμενος την εμφανιζόμενη πολεμική απειλή του Ίωνα, προτιμά τη συνθηκολόγηση και προσφέρει τη μοναδική του κόρη Ελίκη ως σύζυγο στον αρχηγό των επιδρομέων. Με αυτόν τον τρόπο οι Ίωνες εγκαταστάθηκαν ειρηνικά. Μετά το θάνατο του τελευταίου ηγέτη της Αιγιαλείας, τη βασιλεία αναλαμβάνει ο Ίωνας. Μεταφέρει την πρωτεύουσά του στην πόλη Ελίκη, την οποία ίδρυσε προς τιμή της συζύγου του. Την εποχή εκείνη η περιοχή θα μετονομαστεί σε Ιωνία, όμως η ονομασία αυτή δεν επικράτησε και έτσι η «Αιγιαλεία» παρέμεινε ως όνομα της χώρας στην ιστορία και έφτασε ως τις ημέρες μας.
Το σπουδαιότερο γεγονός της εποχής της Ιωνικής παρουσίας στην περιοχή είναι ο Τρωικός πόλεμος (1193- 1184π.Χ.) στον οποίο πήραν μέρος και οι Αιγιαλείς. Το βαθμό εξέλιξης της περιοχής και τη σπουδαιότητά της μαρτυρεί το γεγονός ότι το πρώτο και σπουδαιότερο συμβούλιο των Ελλήνων για την πολεμική τους εκστρατεία στα Ασιατικά παράλια έλαβε μέρος στο Αίγιο, στο ναό του Διός.
Κατά το 1.100 π.Χ. στην Πελοπόννησο κατεβαίνουν οι Δωριείς και κατακτούν όλη τη χερσόνησο εκτός της χώρας των Ιώνων. Οι Ίωνες κυριαρχούν στην Αιγιαλεία μέχρι και την εισβολή των Αχαιών, οι οποίοι με τη σειρά τους, κατακτούν την εύφορη Αιγιαλεία το 1188π.Χ. Οι Αχαιοί εκδίωξαν τούς Ίωνες και εγκαταστάθηκαν στη βορειοδυτική Πελοπόννησο, δίνοντάς της το όνομά τους- Αχαΐα, με το οποίο την γνωρίζουμε και σήμερα. Τα χρόνια της κυριαρχίας των Αχαιών χαρακτηρίζονται από την απομόνωση και την ουδετερότητα, που κράτησαν σε όλα τα γεγονότα τα οποία συντάραξαν την Ελλάδα. Οι Αχαιοί απέφευγαν επιμελώς να αναμειχθούν σε πολεμικές περιπέτειες και δεν έμειναν στην ιστορία χάρη στις πολεμικές τους αρετές. Οι Αχαιοί δεν έλαβαν μέρος στους Περσικούς πολέμους, στις Θερμοπύλες, στη ναυμαχία της Ευβοίας και της Σαλαμίνας, αλλά ούτε και στις Πλαταιές. Οι πόλεις της Αιγιαλείας συμμετέχουν στο κίνημα αποικισμού και ιδρύουν στην Ιταλία τον Κρότωνα και τη Σύβαρη το 710π.Χ. Τους επόμενους αιώνες διατηρούν εμπορικές σχέσεις με τις αποικίες.
Οι οχτώ πόλεις της Αιγιαλείας (Αίγιο, Ελίκη, Κερύνεια, Βούρα, Αίγαι, Αιγείρα, Δονούσα και Πελλήνη) συνδέονται μεταξύ τους με αμφικτυονικούς δεσμούς. Η Βουλή της Συμπολιτείας συνερχόταν και λειτουργούσε στο Αίγιο, όπως μας πληροφορεί η επιγραφή, που βρέθηκε στα Ψηλά Αλώνια. Κατά το 450π.Χ. η εξωτερική πολιτική της Συμπολιτείας μεταβάλλεται, διακόπτεται η τακτική της ουδετερότητας και οι πόλεις συμμετέχουν στον Πελοποννησιακό πόλεμο.

Το Αίγιο, και συνεπώς η ευρύτερη περιοχή, είναι μέλος της Εθνικής Συμμαχίας (340π.Χ.), η οποία αποτέλεσε την τελευταία προσπάθεια απόκρουσης του Μακεδονικού κινδύνου. Στη Χαιρώνεια, το 338 π.Χ., οι Αχαϊκές πόλεις είχαν συμπαραταχτεί στο αντί-μακεδονικό στρατόπεδο. Το 330 π.Χ. ξαναβρέθηκαν στην αντί-μακεδονική συμμαχία, που οργάνωσε η Σπάρτη κατά του Αντιγόνου[2] και πήραν μέρος στη μάχη της Μεγαλόπολης. Μετά την ήττα των συμμάχων κατά τα επόμενα χρόνια η περιοχή περνά υπό την κυριαρχία της Μακεδονικής δυναστείας. Ο Αντίγονος κατάργησε τη Συμπολιτεία και εγκατέστησε ισχυρή φρουρά σε κάθε πόλη. Μακεδονική φρουρά εγκαταστάθηκε και στο Αίγιο.
Το 320 π.Χ. το Αίγιο κυριεύτηκε από τον Κάσσανδρο[3]. Εναντίον του κινήθηκε ο στρατηγός του Αντιγόνου, Αριστόδημος, και έδιωξε τη φρουρά του Κάσσανδρου. Ωστόσο, ενώ γίνονταν προετοιμασίες για να ανακηρυχτεί η πόλη ελεύθερη, ομάδες Αιτωλών μπήκαν στην πόλη, τη λεηλάτησαν και έβαλαν φωτιά σκοτώνοντας πολλούς από τους κατοίκους της.
Το 308 π.Χ. η περιοχή πέρασε στην εξουσία του Πολυσπέρχοντα, ο οποίος διόρισε τον Στρόμβιχο ως φρούραρχο του Αιγίου. Το 303 π.Χ. η πόλη πολιορκείται από το γιο του Αντιγόνου, Δημήτριο τον Πολιορκητή. Τελικά η πόλη υπέκυψε και ο Δημήτριος φέρθηκε πολύ σκληρά στη μακεδονική φρουρά. Ο Στρόμβιχος και 80 άντρες του σταυρώθηκαν μπροστά στις πύλες της πόλης
Από το 303 π.Χ. το Αίγιο, όπως και όλες οι Αχαϊκές πόλεις, πέρασαν μια περίοδο κρίσης και αναταραχών. Οι Μακεδόνες τοποθέτησαν τυράννους σε κάθε πόλη και άρχισαν οι μεγάλες διενέξεις για τη διαδοχή της τυραννίας. Η κατάσταση αυτή κράτησε ως το 287π.Χ. όταν οι Αχαϊκές πόλεις ανέτρεψαν και έδιωξαν τις μακεδονικές φρουρές και δημιούργησαν τον πρώτο πυρήνα της Αχαϊκής Συμπολιτείας. Η Συμπολιτεία έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πολιτική αρένα της Πελοποννήσου έως τη Ρωμαϊκή κατάκτηση (145π.Χ.).
Στην 1η Αχαϊκή Συμπολιτεία (275 π.Χ.) συμμετέχουν ισότιμα οι παράλιες πόλεις. Το 209 π.Χ. συνέρχεται στο Αίγιο σύνοδος των Συμμάχων των Αχαιών, των ουδέτερων Ελλήνων και του Φιλίππου της Μακεδονίας[4], σε μια προσπάθεια να οργανώσουν συντονισμένη αντιμετώπιση του Ρωμαϊκού κινδύνου. Ωστόσο, η Μακεδονική δυναστεία είχε πέσει σε παρακμή αδυνατώντας πλέον να κρατήσει τις κατακτήσεις της. Τα αποτελέσματα της Μακεδονικής παρουσίας ήταν δυσμενέστατα, η περιοχή παρακμάζει και αδυνατεί να αποκρούσει ένα νέο εχθρό, που έκανε την εμφάνισή του στα σύνορα του Ελληνικού κόσμου – τους Ρωμαίους. Ύστερα από τρεις πολέμους μεταξύ Ρωμαίων και Μακεδόνων το 146 π.Χ η περιοχή καταλαμβάνεται οριστικά από τους Ρωμαίους.
Το 146 π.Χ. στο Αίγιο κατευθύνθηκαν οι πρέσβεις των Ρωμαίων, για να συζητήσουν τα ελληνικά θέματα. Μετά την υποδούλωση των Ελλήνων οι Ρωμαίοι γκρεμίζουν τα τείχη της πόλης, όμως το Αίγιο δε χάνει την πολιτική και οικονομική σημασία του. Παρά τη διάλυση της Συμπολιτείας, οι Ρωμαίοι επέτρεψαν τη συνάθροιση των αντιπροσώπων των παραλίων πόλεων στο Αίγιο για την εκλογή των «στρατηγών» και των αρχόντων. Έτσι επανιδρύθηκε, κατά κάποιο τρόπο, η Συμπολιτεία σε κατώτερο επίπεδο, και λειτούργησε ως την εποχή του Παυσανία (200 μ.Χ. περίπου).
Για τους αιώνες που περιγράψαμε, όπως τονίσαμε και ανωτέρω, δεν υπάρχουν μαρτυρίες για την περιοχή που εξετάζουμε, οι πηγές σιωπούν για την περιοχή της σημερινής Εξοχής. Στην ύστερη ιστοριογραφία μνημονεύεται μόνο μία πόλη της ορεινής Αιγιαλείας: η Φελλόη. Ο Παυσανίας 2 αι μ.Χ. (VII, 26, 10-11) την τοποθετεί σε απόσταση 40 σταδίων από την Αιγείρα. Εικάζεται από τους ερευνητές, ότι μπορεί να βρίσκεται καθ’ οδόν από τη Ζάχολη προς Βλοβοκά ή στο σημερινό χωριό Σελιάνα. Ο Παυσανίας περιγράφει ότι η πόλη αυτή είχε δύο ιερά, του Διονύσου και της Αρτέμιδος. Στα περίχωρά της ευδοκιμούσε η άμπελος, ενώ η περιοχή μαρτυρεί την ύπαρξη δρύινων δασών, αγρίων ζώων και άφθονων υδάτων. Επίσης μας πληροφορεί ότι η πόλη δεν κατοικούνταν συνεχώς, ούτε ακόμα και όταν οι Ίωνες κατείχαν τη χώρα. Ωστόσο, η ύπαρξη μιας αρχαίας πόλης ορεινά της παραλιακής λωρίδας και σε αρκετά μεγάλη απόσταση από αυτήν, μας κάνει να υποθέσουμε ότι είναι πολύ πιθανόν να υπήρχαν και άλλοι οικισμοί με εποχιακή ή μόνιμη κατοίκιση. Μόνο η Αιγείρα κατοικείτο συνεχώς κατά την Αρχαιότητα βάσει της αναφοράς του Παυσανία.
Από το 250μ.Χ. η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αρχίζει να κλονίζεται. Βαρβαρικά φύλα εισβάλλουν σχεδόν ανενόχλητα στα εδάφη της. Η Πελοπόννησος δεν αποτελεί εξαίρεση. Η αυτοκρατορία αδυνατούσε να προστατέψει τα σύνορά της και έτσι το 267μ.Χ. οι Γότθοι, ορμώμενοι από την περιοχή της σημερινής Ρωσίας λεηλατούν τις πόλεις. Το ίδιο γεγονός επαναλαμβάνεται δύο χρόνια αργότερα. Τα αποτελέσματα των επιδρομών τους ήταν η ερήμωση ολόκληρων περιοχών, η ελάττωση του πληθυσμού και η οικονομική παρακμή. Όλη η χώρα βρέθηκε σε άθλια κατάσταση. Το γεγονός αυτό άνοιγε δρόμους σε μετέπειτα επιδρομείς, τους οποίους αδυνατούν πλέον να σταματήσουν οι ρωμαϊκές λεγεώνες. Ο Χριστιανισμός αρχίζει να διαβρώνει τα θεμέλια της Αυτοκρατορίας, που αναταράσσεται από αδιάκοπους εμφυλίους πολέμους, έριδες, μηχανορραφίες και δολοφονίες.
Ο ιστορικός Α. Σταυρόπουλος μας περιγράφει την εποχή της διαίρεσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας: «Κατά το έτος 306μ.Χ. υπήρχον εις το Ρωμαϊκό Κράτος εξ υποψήφιοι αυτοκράτορες, υποστηριζόμενοι έκαστος από διάφορα τμήματα των λεγεώνων, μεταξύ των οποίων επιφανέστερος ήτο ο δόκιμος στρατηγός Κωνσταντίνος. Προσεταιρισθείς ούτος τους Χριστιανούς δια της διακηρύξεως της ανεξιθρησκίας του Κράτους, επεκράτησε τελικώς, ανακηρυχθείς αυτοκράτωρ ως Κωνσταντίνος ο Μέγας, αφ΄ού κατενίκησε τον ισχυρότερον ανταγωνιστήν και Συναύγουστον αυτού Λικίνιον, επί του ειδωλολατρικού τμήματος της Αυτοκρατορίας.»[5] Έτσι ξεκινάει η εποχή του Βυζαντίου.
Κατά τη βυζαντινή περίοδο το Αίγιο έπεσε σε αφάνεια. Σπάνια συναντάμε πληροφορίες για τη συγκεκριμένη περιοχή. Οι βαρβαρικές ορδές, που εισβάλουν κατά διαστήματα στον ελλαδικό χώρο, καταστρέφουν επανειλημμένως την πόλη, ερημώνουν ολόκληρες περιοχές φέρνοντας καταστροφές.
Διοικητικά το Αίγιο αποτελούσε υποδιοίκηση του θέματος Πελοποννήσου. Ταυτόχρονα υπήρχε και λειτουργούσε η τοπική αυτοδιοίκηση με την εκλογή των αρχόντων από το λαό. Μετά τον 3ο αι. το Αίγιο σχεδόν χάνεται από τις σελίδες της ιστορίας. Μαθαίνουμε για μία σεισμική δόνηση το έτος 365μ.Χ., που προξένησε μεγάλες καταστροφές στην Πάτρα, το Αίγιο και άλλες παραθαλάσσιες πόλεις. Κατά τον 4ο αι. ένα σημαντικό γεγονός διαδραματίζεται στην περιοχή της Αιγιαλείας και στον υπόλοιπο Ελλαδικό χώρο. Πρόκειται για την εδραίωση μιας νέας θρησκείας, του Χριστιανισμού. Το 392 μ.Χ. ο Αυτοκράτορας απαγορεύει τις ειδωλολατρικές θρησκείες και τις εορτές των Εθνικών και Ολυμπιακών αγώνων, βάζοντας αρχή στο μαζικό προσηλυτισμό.
Οι Βησιγότθοι καθ’ όλη τη διάρκεια του 3ου αιώνα μ.Χ. συνεχίζουν να εισβάλλουν στην περιοχή προκαλώντας καταστροφές, λεηλασίες και μεγάλες απώλειες πληθυσμού. Καμία Αχαϊκή πόλη δε μπόρεσε να αντισταθεί στην ορμή τους. Το 395μ.Χ. οι Γότθοι ξαναχτυπούν, ο Αλάριχος[6] καταστρέφει το Αίγιο, την Κόρινθο και την Πάτρα. Για ένα χρόνο παρέμειναν οι Γότθοι κυρίαρχοι στην περιοχή λεηλατώντας και αποδεκατίζοντας τον πληθυσμό, έως ότου ο απεσταλμένος στρατηγός της Δυτικής Αυτοκρατορίας Στηλίχων αποβιβάζεται στην Πελοπόννησο με ισχυρά στρατεύματα και συντρίβει τις στρατιές των βαρβάρων. Όσοι Γότθοι διασώθηκαν κατευθύνθηκαν προς την Ήπειρο. Οι επιδρομές αυτές προξένησαν τόσο μεγάλες καταστροφές, ώστε ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο νέος (408 – 450 μ.Χ.) αναγκάσθηκε να παραχωρήσει στο Αίγιο και σε άλλες Αχαϊκές πόλεις φορολογικά προνόμια, για να ανακουφιστούν από τις καταστροφές και απώλειες.
Οι επόμενοι αιώνες ήταν εξίσου απαισιόδοξοι. Η διάλυση του βασιλείου των Ούννων (453 μ.Χ) μετάβαλλε την ισορροπία πέρα από τα Βόρεια σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Από την Κασπία ως το Ρήνο οι απελευθερωμένοι λαοί κινήθηκαν, για να υπερασπιστούν τη νεοαποκτηθείσα ελευθερία τους και αγωνίστηκαν, για να καταλάβουν τα καλύτερα και πλουσιότερα εδάφη. Ως αποτέλεσμα των κινήσεων αυτών ήταν και οι συχνές εισβολές στα εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Οι Σλάβοι, οι οποίοι τον 5ο αι. ήταν ήδη εγκατεστημένοι στις βόρειες περιοχές του Δούναβη, επιθυμώντας να εγκατασταθούν στα Βαλκάνια, άρχισαν να ασκούν μια αυξανόμενη πίεση στο Βυζαντινό σύνορο μετά την κατάρρευση της Ουννικής Αυτοκρατορίας[7].
Η πρώτη μεγάλη εισβολή των Σλάβων στην Πελοπόννησο έγινε το 577μ.Χ. κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ιουστιανού του Β΄. Θα εξετάσουμε το Σλαβικό θέμα σε ένα ξεχωριστό άρθρο, εδώ θα αναφερθούμε μόνο σε ημερομηνίες-σταθμούς. Τα επόμενα έτη οι εισβολές των Αβαροσλαβικών φυλών και Βουλγάρων συνεχίζονται και το Βυζαντινό κράτος βρίσκεται σε πλήρη αδυναμία να τις εμποδίσει. Ο Βυζαντινός ιστορικός Προκόπιος γράφει: «Το Ιλλυρικό κι όλη η Θράκη, δηλαδή απ΄το Ιόνιο Πέλαγος ως τα προάστια της Κωνσταντινούπολης μαζί με την Ελλάδα και τη χερσόνησο (της Καλλίπολης), κατακλύζοταν απ’ τους Ούννους (τους Βούλγαρους), τους Σκλαβίνους και τους Άντες, σχεδόν κάθε χρόνο απ’ την εποχή που ο Ιουστινιανός[8] ανέλαβε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και προξενούσαν ανείπωτα δεινά στους κατοίκους». Σταδιακά ο χαρακτήρας των εισβολών μεταβάλλεται, οι Σλάβοι δεν αποχωρούν πλέον έπειτα από τις επιδρομές, αλλά αρχίζουν να εγκαθίστανται στις λεηλατημένες περιοχές. Ο εποικισμός έλαβε τεράστιες διαστάσεις. Η Θεσσαλία, η Ήπειρος και οι δυτικές περιοχές της Πελοποννήσου κατοικούνταν πυκνά από Σλάβους. Αλλά οι πόλεις που ήταν δυνατό να βοηθηθούν απ’ τη θάλασσα – η Αθήνα, η Κόρινθος, η Πάτρα, η Μονεμβασιά – φαίνεται ότι διατήρησαν βυζαντινές φρουρές, τουλάχιστον για κάποιο διάστημα, και στη βραχώδη ανατολική παραλία της Πελοποννήσου ο ελληνικός πληθυσμός διατήρησε τα εδάφη του. Η υπόλοιπη Πελοπόννησος βρίσκονταν εκτός του ουσιαστικού Βυζαντινού ελέγχου για σχεδόν δύο αιώνες.[9] Η κατάσταση επιδεινώθηκε εξαιτίας καταστροφικού λοιμού, που χτυπά την Πελοπόννησο το 746-747 μ.Χ. και μειώνει σημαντικά τον πληθυσμό της. Μετά την επιδημία της πανώλης, η κάθοδος και η εγκατάσταση των Σλάβων, που είχε ξεκινήσει από τους προηγούμενους αιώνες, αυξανόταν συνεχώς. Η εξάπλωσή τους ήταν τόσο σημαντική, ώστε ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος το 934 μ.Χ. , περιγράφοντας την Πελοπόννησο, δηλώνει ότι μετά τη μεγάλη πανούκλα του 746-747 μ.Χ. «εσλαβώθη πάσα η χώρα και γέγονε βάρβαρος».
Εκμεταλλευόμενοι την πληθυσμιακή υπεροχή τους, οι Σλάβοι επιχειρούν την εξέγερση με σκοπό να κυριαρχήσουν στην χώρα. Έτσι, το 805 – 807 μ.Χ. με τη βοήθεια Σαρακηνών πειρατών επιτίθενται κατά των πόλεων της Βόρειας Πελοποννήσου, κατακτούν το Αίγιο, το καταστρέφουν και στη θέση του αργότερα ιδρύουν τη Σλαβική Βοστιτσά. Είναι πολύ πιθανό η Ράχωβα (Εξοχή) να είχε αποκτήσει σλαβικό χαρακτήρα αυτή την περίοδο. Την τάση αύξησης Σλαβικού στοιχείου διακόπτει ο αυτοκράτωρ Νικηφόρος Α΄ (802-811 μ.Χ.), ο οποίος τους καθυποτάζει κατά το 810 μ.Χ.. Ταυτόχρονα ο Αυτοκράτωρ εκμεταλλεύεται την παρουσία των Σλάβων για την αποίκηση των ερημωμένων περιοχών της Πελοποννήσου. Η νίκη του Νικηφόρου Α΄ επί των Σλάβων στην Πάτρα ήταν ένα αποφασιστικό βήμα για την αποκατάσταση της Βυζαντινής κυριαρχίας. Το Αίγιο ανακτά τον ελληνικό χαρακτήρα, παραμένει γνωστό όμως με το σλαβικό του όνομα.
Η παρουσία των Σλάβων στον ελληνικό χώρο για μακρό χρονικό διάστημα οδήγησε κάποιους ερευνητές στη διατύπωση θεωριών, που αμφισβητούν την ιστορική συνέχεια του ελληνικού έθνους. Ο Γιάκομπ Φαλμεράγιερ εικάζει ότι η σλαβική κυριαρχία (υπεροχή) στην Πελοπόννησο επί 220 έτη οδήγησε στην εξαφάνιση του ελληνικού χαρακτήρα και την εξαφάνιση του μεγαλύτερου τμήματος της αρχαίας φυλής των Ελλήνων. Οι απορίες που γεννιούνται σε οποιονδήποτε αναγνώστη, που επιχειρεί να σχηματίσει στο νου τη θεωρία αυτή είναι οι εξής: α) πώς οι Σλάβοι κατόρθωσαν να εκσλαβίσουν σε 200 έτη τη χώρα όπου οι Έλληνες κατοικούσαν για 3000 χρόνια, β) πώς η γλώσσα των εκσλαβισμένων Ελλήνων παρέμεινε Ελληνική, γ) πώς η αυτονομασία και ο αυτοπροσδιορισμός του έθνους παρέμεινε και παραμένει Ελληνικός και δ) πώς η χώρα δεν γίνεται Σλαβική, όπως συμβαίνει με την Βουλγαρία και τη Σερβία[10]. Περαιτέρω, το σλαβικό ζήτημα εξετάζεται σε ξεχωριστό άρθρο.
Στη συνέχεια, κατά τον 9ο έως τον 11ο αι. μ.Χ. σημειώνονται εισβολές των Βουλγάρων στην Πελοπόννησο. Οι παράλιες πόλεις ήταν αυτές που υπέστησαν και πάλι τις περισσότερες λεηλασίες και καταστροφές. Το χρονικό του Γαλαξειδίου περιγράφει: «Τον καιρόν της βασιλείας Κωνσταντίνου του Ρωμανού, εγριωποί και Χριστιανομάχοι άνθρωποι, Μπολγάροι λεγόμενοι, εμπήκασι στην Ελλάδα και από σπαθίου και κονταρίου εχαλάσασι τους Χριστιανούς καιι ετραβήξασιν ίσα στον Μωρέα».
Αφημένη στο έλεος των βαρβάρων, η πολύπαθη Πελοπόννησος δέχεται και επιδρομές Σαρακηνών πειρατών. Αργότερα, από το 2ο μισό του 12ου αιώνα αρχίζουν οι επιδρομές των Νορμανδών που λεηλατούν τα Αχαϊκά παράλια. «Περνώντας κάμποσος καιρός, - μας διηγείται το χρονικό του Γαλαξειδίου, ήλθανε πάλε πειράταις από μέρη Φραγκίας, με αρματωμένη φλότα και εκουρεύσασι την Πάτρα, τον Έπακτο, την Βιτρινίτσα και την Βοστίτσα».
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204μ.Χ. αρχίζει η εποχή της Φραγκοκρατίας στην Πελοπόννησο. Όταν το 1204 μ.Χ. οι σταυροφόροι και οι σύμμαχοί τους Ενετοί διανέμουν το Βυζαντινό Κράτος, η Πελοπόννησος, και συγκεκριμένα η Λακωνία, τα Καλάβρυτα, το Αίγιο, η Πάτρα και η Μεθώνη παραχωρούνται στους Ενετούς. Η κατοχή όμως των περιοχών αυτών ήταν δυσχερέστατη για αυτούς. Οι ισχυροί τοπικοί άρχοντες, μεταξύ αυτών ο Λέων Σγουρός από την Κορινθία, και άλλοι τοπικοί ηγέτες δεν είχαν καμία διάθεση να υποταχθούν στους Ενετούς. Μη διαθέτοντας δυνάμεις για χερσαία εκστρατεία οι Ενετοί αναβάλλουν την επιχείρηση απόκτησης ελέγχου. Αυτό έδωσε ευκαιρία στους Φράγκους να καταλάβουν τη χώρα. Ο Γουλιέλμος ο Σαμπλίττης και ο Γοδεφρείδος ο Βιλλαρδουίνος αποφάσισαν να κατακτήσουν την Πελοπόννησο (Μορέα).[11] Αφού έφθασαν στην Πάτρα, συνέχισαν και κατέλαβαν τη Βοστίτσα. Μετά την κατάκτηση του μεγαλύτερου μέρους της Πελοποννήσου ο Γουλιέλμος ανακηρύχτηκε Πρίγκιπας της Αχαΐας, στην οποία υπαγόταν και η περιοχή της Βοστίτσας. Μετά το θάνατό του η Πελοπόννησος χωρίζεται σε 12 βαρωνίες, οι οποίες θα διοικούνταν από τους κυριότερους αξιωματούχους των Φράγκων. Βαρωνίες απετέλεσαν και οι περιοχές των Καλαβρύτων. Κατά το χρονικό του Μορέως :
Τον μισέρ Ότον ντε Ντουρνά επρόνοιασεν ωσαύτως
Να έχη τα Καλάβρυτα και φίε δέκα και δύο.
Απαύτου έγραφεν ομοίως ο μισίρ Ούγκος ντε Λέλε
Να έχη οχτώ καβαλλαρίων φίε εις Βοστίτσαν.

Την εποχή της Φραγκοκρατίας έχουμε την πρώτη επίσημη αναφορά του χωριού Ράχωβα σε γραπτές πηγές. Όπως αναφέρει ο μελετητής της ιστορίας των Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, Αθανάσιος Θ. Φωτόπουλος: «Δια να εύρωμεν ετέραν μνείαν περί χωρίων της περιοχής, πρέπει να κατέλθωμεν εις το έτος 1402. Το έτος αυτό οι κάτοχοι της Κορίνθου Ιωαννίται Ιππόται της Ρόδου επεκύρωνον ή παρεχώρουν εις διάφορα πρόσωπα ιδιοκτησίας ή προνόμια εις την περιοχήν μεταξύ Καλαβρύτων και Κορίνθου. Δύο εκ των προσώπων αυτών ήσαν οι Manuel Enclava και Georges Miltia, οι οποίοι έλαβον δι’εγγράφου γαιοκτησίας και δικαιώματα εις τα χωριά Kertezi, Savani, Kerpini, Zachloron, Cloquines, Seliana και Ratone. Ευκόλως δυνάμεθα να ταυτίσωμεν τα τέσσερα πρώτα προς τα χωρία των Καλαβρύτων Κέρτεζη, Σαβανοί, Κερπίνη και Ζαχλωρού. Το τέταρτον και πέμπτον, ήτοι οι Κλουκίνες και η Σελιάνα υπάγονται εις την ημέτεραν περιοχήν. Πρόβλημα παρουσιάζει το χωρίον Ratone, όμως, κατά τον Ant. Bone, τούτο πρέπει να ταυτισθή προς την Ράχοβαν, η ονομασία της οποίας «φαίνεται πλησιέστερα προς την Ratone εις αυτήν την περιοχήν». [12]
Το 1430 μ.Χ. σχεδόν όλος ο Μοριάς, με εξαίρεση τα λιμάνια της Μεθώνης, της Κορώνης και του Ναυπλίου, επιστρέφουν στα χέρια των Βυζαντινών. Το 1427μ.Χ. ο κόμης της Κεφαλληνίας και Ηπείρου Κάρολος Τόκκος είδε το στόλο του να καταστρέφεται από τους Βυζαντινούς και για να αποφύγει την ολοκληρωτική καταστροφή, τον επόμενο χρόνο παντρεύει την ανιψιά του με τον Κωνσταντίνο, έναν από τους τέσσερεις αδελφούς του Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγου, που ενεργούσαν ως δεσπότες του Μιστρά. Ο Κωνσταντίνος (ο μελλοντικός τελευταίος Βυζαντινός Αυτοκράτωρ) πήρε τις πελοποννησιακές κτήσεις ως προίκα. Ο δραστήριος Κωνσταντίνος κατόρθωσε στη συνέχεια να καταλάβει και την Πάτρα. Παράλληλα ο αδελφός του, Θωμάς Παλαιολόγος, νίκησε μετά την πολιορκία στη Χαλανδρίτσα τον αραγωνέζο πρίγκιπα Κεντουριόνε Ζακκαρία, ο οποίος με τη σειρά του, του έδωσε την κόρη του μαζί με όλες σχεδόν τις δικές του κτήσεις στο Μωριά[13], συμπεριλαμβανομένης και της Βοστίτσας. Έτσι καταλήφθηκε οριστικά η Φραγκική εξουσία.
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος αναχωρεί για την Κωνσταντινούπολη και τα θέματα της Πελοποννήσου ρυθμίστηκαν μεταξύ των δυο άλλων αδελφών του, του Δημητρίου και του Θωμά. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, οι Τούρκοι επιτρέπουν στους Παλαιολόγους να παραμείνουν Δεσπότες της Πελοποννήσου πληρώνοντας ετήσιο φόρο. Η εξέγερση των Αλβανών όμως άλλαξε δραματικά τα δεδομένα. Ο Πέτρος Μπούαν, Εμ. Καντακουζηνός και άλλοι δυσαρεστημένοι βαρώνοι με την υποστήριξη των τριακοσίων χιλιάδων πολεμιστών συγκρούονται με τους Παλαιολόγους. Οι κτήσεις της δυναστείας των Παλαιολόγων βρέθηκαν σε κίνδυνο. Εν όψει αυτού οι Παλαιολόγοι διέπραξαν κολοσσιαίο λάθος να ζητήσουν τη βοήθεια των Τούρκων. Ο τοποτηρητής του Σουλτάνου Τουραχάν φτάνει στην Πελοπόννησο, ενώνεται με τις δυνάμεις των Παλαιολόγων και καταστέλλει την εξέγερση. Ο Δημήτριος αποκτά ξανά την έλεγχο της Πελοποννήσου. Όμως μετά τη φιλική αποχώρηση των Τούρκων οι ραδιουργίες και πλεκτάνες μεταξύ των δύο αδελφών (Δημητρίου και Θωμά) συνεχίζονται. Επιπλέον, οι Παλαιολόγοι αρνούνται να πληρώσουν το φόρο υποτελείας στο σουλτάνο, που τους έχει ορισθεί. Η ανυπακοή τους δίνει την αφορμή στους Τούρκους να εισβάλουν για δεύτερη φορά. Το 1458 μ.Χ. ο Μωάμεθ Β΄, φοβούμενος ότι οι αδιάκοπες έριδες των δύο Δεσποτών θα καταλήξουν στην κατάληψη της χώρας από τους Βενετούς, αποστέλλει 80 χιλιάδες στρατιώτες στον Ισθμό. Έτσι η Πελοπόννησος οδηγήθηκε στην Τουρκοκρατία.

1458 – 1685 Α΄ Τουρκοκρατία
Το 1458 η περιοχή της Ράχωβας καταλήφθηκε από τους Τούρκους. Η Πάτρα και η Κόρινθος ήταν από τις πρώτες κατακτήσεις τους στην Πελοπόννησο. Η περιοχή της Αιγιαλείας, τουλάχιστον η παραλιακή της λωρίδα, υπέστη στο μέγιστο βαθμό τις σφαγές και τις βαρβαρότητες των νέων κατακτητών. Είναι γνωστό ότι οι Τούρκοι επέτρεψαν την αυτοδιοίκηση και δεν περιόριζαν τη θρησκευτική ελευθερία των Ελλήνων. Παρά ταύτα, οι συνθήκες διαβίωσης του πληθυσμού ήταν άθλιες λόγω αβάσταχτων φόρων και λοιπών δυσμενών συνθηκών (σημειώθηκαν και διάφορες επιδημίες). Η βιβλιογραφία αναφέρει ότι αρκετοί κάτοικοι των περιοχών αυτών είναι αναγκασμένοι να ζητιανεύουν, οι άλλοι καταφεύγουν να ψάχνουν εργασία σε άλλες περιοχές της Πελοποννήσου. Αρκετοί νέοι καταφεύγουν στο μοναχισμό, για να ανακουφίσουν με κάποιο τρόπο τις βιοποριστικές τους ανάγκες. Καθ’ όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας το Αίγιο και η περιοχή του εμφανίζονται συχνά στο προσκήνιο της ιστορίας και ειδικά μάλιστα την περίοδο που σημειώνονται οι συνωμοτικές κινήσεις και εξεγέρσεις στον ελληνικό χώρο, και ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο, για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού.

Το 1685 η περιοχή περιήλθε στους Βενετούς (Β' Ενετοκρατία). Οι Ενετοί θεώρησαν τα νεοπροσαρτηθέντα εδάφη ως μόνιμες κτίσεις τους και για το λόγο αυτό προσπαθούν να τα αναδιοργανώσουν και να τα αναπτύξουν. Χάρη στην απογραφή και το κτηματολόγιο που διενεργήθηκαν από τους Ενετούς μαθαίνουμε για τα χωριά της περιοχής. H Αιγιαλεία διαιρείται σε 2 territorio: της Βοστίτσης και των Καλαβρύτων. Η απόφαση του αρχιστράτηγου Αλεξάνδρου Μολίνι (φάκελος 105, του βιβλίου διαταγμάτων και αποφάσεων της γραμματείας του εκλαμπροτάτου και εξοχοτάτου αρχιστράτηγου Αλ. Μολίνι, από τα αρχεία της Βενετίας), που ενέκρινε την αίτηση των κατοίκων της Βοστίτσας για την ίδρυση της κοινότητας, είχε ως δικαιολογητικό τους εξής λόγους: η εξαιρετικά ιδιαίτερη παραθαλάσσια θέση της Βοστίτσας έκανε πολλούς κατοίκους της τότε Αθήνας και άλλων πόλεων να έλθουν και να εγκατασταθούν στη Βοστίτσα. Έτσι η πόλη και η περιφέρειά της, κατά τις εκθέσεις των Βενετών Προνοητών, αποτελούσε τότε μία από τις σημαντικότερες περιοχές της Ενετικής Πελοποννήσου. Η πόλη πήρε νέα όψη με οικονομική άνθιση, κοινωνικό βίο υψηλού επιπέδου και αποκτά ιδιαίτερη σημασία ως εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο με ακμάζουσα γεωργία και βιομηχανίες (όπως η μεταξουργία και η ταπητουργία).
Όπως μαθαίνουμε από τον Pier Antonio Pacifico, η περιοχή της Ράχωβας εντασσόταν στο territorium των Καλαβρύτων. Ο καθολικός ιερέας αναφέρει την Αράχωβα (Aracoua) στο περιγραφικό έργο του μαζί με άλλα 15 χωριά των Καλαβρύτων. Οι πληροφορίες που αντλούμε από αυτόν συμπίπτουν με τα στοιχεία του καταλόγου του αρχείου Nani, όπου επίσης αναφέρεται το χωριό. Ο Εμ. Σκαρπέτης αναφέρει στο έργο του ότι κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας στη Ράχωβα υπήρχαν πέντε εκκλησίες: Αγ. Νικολάου, Προφήτη Ηλία, Αγ. Αθανασίου, της Παναγίας και των Ταξιαρχών. Στην προ Ενετοκρατίας περίοδο λειτουργούσε η Μονή καλογραίων της οποίας τα ερείπια διασώθηκαν έως τις ημέρες του. Αυτό μας δίνει αφορμή να θεωρήσουμε ότι η Ράχωβα ήταν ήδη μεγάλο και αναπτυγμένο χωριό.
Για να αντιμετωπίσουν την δημογραφική κρίση στην περιοχή και να εντατικοποιήσουν την αγροκαλλιέργεια, οι Ενετοί εγκαθιστούν στην Πελοπόννησο, και ειδικά στην Αχαΐα, περίπου 6.000 οικογένειες γεωργών από τη Στερεά Ελλάδα. Την εποχή εκείνη μπορούμε με μεγάλη σιγουριά να τοποθετήσουμε την εγκατάσταση των Βλάχων στο χωριό Ράχωβα, πληροφορία την οποία μας έδωσε ο κ. Απόστολος Καλύβας. Η ιστορία της οικογένειάς του μας μαρτυρεί για την πορεία της εγκατάστασης των Βλάχικων οικογενειών στην Πελοπόννησο. Οι πρόγονοί του, προερχόμενοι από τα Άγραφα, αρχικά εγκαταστάθηκαν στην Αργολίδα και ύστερα κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, μετοίκησαν στη Ράχωβα. Οι οικογένειες αυτές ξεχώριζαν από τους υπόλοιπους κατοίκους του χωριού στην ενδυμασία τους, τις βιωτικές συνήθειες και στον τρόπο κατασκευής των κατοικιών τους. Αρχικά ζούσαν σε σκηνές φτιαγμένες από σκληρό ύφασμα από κατσικίσιο μαλλί, που μαρτυρά τον παραδοσιακό ποιμενικό τρόπο ζωής τους και τη στενή ασχολία τους με την κτηνοτροφία. Αργότερα άρχισαν να χτίζουν σπίτια όπως κι οι υπόλοιποι κάτοικοι. Έλλειπαν πολλούς μήνες από το χωριό στα ορεινά βοσκοτόπια με τα κοπάδια τους. Σταδιακά εντάχτηκαν στην τοπική κοινωνία και αφομοίωσαν τον τρόπο ζωής των λοιπών κατοίκων του χωριού. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι Βλάχικες οικογένειες ήταν οι τελευταίες που εγκατέλειψαν το χωριό όταν οι άλλες είχαν ήδη φύγει οριστικά από αυτό. Επίσης άρχισαν να αγοράζουν σπίτια και εκτάσεις γης από τους κατοίκους της Ράχωβας όταν οι τελευταίοι μετακινήθηκαν προς άλλες τοποθεσίες. Η μοναδική οικογένεια που κατοικεί σήμερα μόνιμα στο χωριό είναι απόγονοι των Βλάχων, που εγκαταστάθηκαν την εποχή της Ενετοκρατίας. Οι ενέργειες αυτές των Ενετών μαρτυρούν την προσπάθειά τους να βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσης του αυτόχθονα πληθυσμού και την αγροτική οικονομία.

Οι Τούρκοι όμως ουδέποτε θεώρησαν την Ενετική κατάκτηση ως μόνιμη κατάσταση, και έτσι, το 1715 η περιοχή ανακαταλήφθηκε από τους Τούρκους. Με τη συνθήκη του Πασσάροβιτς οριστικοποιούν την κατοχή τους το1718. Εκατό χιλιάδες στρατιώτες, εξήντα πολεμικά πλοία και εκατό γαλέρες εμφανίσθηκαν στο Αίγιο το 1714. Για να τους αντιμετωπίσουν οι Βενετοί διέθεταν μόνο 7000 πεζούς και 1000 ιππείς διάσπαρτους σε διάφορα φρούρια του Μορέα.
Για την εποχή της δεύτερης Τουρκοκρατίας έχουμε αναφορές για τη διάδοση του αρματωλισμού. Οι αρματωλοί της Πελοποννήσου ήταν μια δύναμη που δε μπορούσαν να αγνοήσουν οι Τούρκοι. Σχηματίζοντας συμμορίες, καταφεύγουν σε ορεινές περιοχές, απ’ όπου αδιάκοπτα επιτίθενται στους Τούρκους. Εκτός βέβαια της δράσης των κλεφτών η μυστική δράση της Φιλικής Εταιρείας, που διαδόθηκε ενίσχυσε την εθνική συνείδηση κατά τα προεπαναστατικά έτη, προετοιμάζοντας το έδαφος για τις πρώτες κινήσεις.
Από άποψη οικονομικής και εμπορικής κατάστασης, η περιοχή υπό τον Τουρκικό ζυγό ήταν σχετικά καλή. Ακόμη εκδηλωνόταν τα αποτελέσματα των θετικών μέτρων που λήφθηκαν κατά την Ενετική εξουσία. Οι Τούρκοι, λαός ποιμενικός και πολεμοχαρής, παραμέλησαν την γεωργία με αποτέλεσμα οι μεγάλες εκτάσεις γαιών να παραμείνουν ανεκμετάλλευτες. Την περιφρόνηση των Τούρκων προς το εμπόριο και τη βιομηχανία εκμεταλλεύτηκαν οι Έλληνες, συγκεντρώνοντας στα χέρια τους το εμπόριο σχεδόν όλης της αυτοκρατορίας. Αλλά η έλλειψη προστασίας και φροντίδας του κράτους, η ανομία και οι καταχρήσεις της εξουσίας, δημιουργούσαν καταστάσεις αστάθειας, αβεβαιότητας και ταλαιπωρίας για τους γεωργούς και τους βιομήχανους/βιοτέχνες. Οι κάτοικοι της Ράχωβας, όπου παρατηρείται έλλειψη καλλιεργήσιμης γης, οδηγήθηκαν μακριά από τις εστίες τους. Οι Ραχωβίτες κατέβηκαν στα παράλια του Κορινθιακού, όπου απέκτησαν κτήματα «εξ ων κυρίως απολαμβάνουσι ασταφίδα, οίνον, έλαιον και άλλα».[14]
Κατά την Τουρκική κυριαρχία επιτράπηκε η αυτοδιοίκηση των Ελλήνων. Αυτή εφαρμοζόταν με την ανάδειξη των δημογερόντων σε κάθε χωριό, οι οποίοι σε επαρχιακή συνέλευση εκλέγανε τους επαρχιακούς προεστούς. Από τους τελευταίους εκλέγονταν οι δύο μοραγιάνηδες. Οι δημογέροντες ήταν υπεύθυνοι για τη διασφάλιση των συμφερόντων των κοινοτήτων και την είσπραξη των φόρων για το λογαριασμό των κατακτητών. Πολλοί απ’ αυτούς βρέθηκαν ιδιοκτήτες μεγάλων εκτάσεων και κατάφεραν να συγκεντρώσουν μεγάλο πλούτο, προερχόμενο από το μόχθο των καταπιεσμένων συμπατριωτών τους. Οι πρόκριτοι είχαν διαιρεθεί σε φατρίες. Ωστόσο, παρά την αρνητική πλευρά του γεγονότος, η ευπορία των προκρίτων και οι συγκέντρωση γαιοκτησιών στα χέρια τους συνέβαλε στον περιορισμό της οικονομικής ισχύος των Τούρκων και πολλές φορές μάλιστα χρηματοδότησαν κοινωνικά έργα σπουδαίας σημασία, όπως το σχολείο του Α. Σπανού.
Κατά το Ρώσο – Τουρκικό πόλεμο οι επαναστατικές κινήσεις στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκαν από τους Ρώσους για αντιπερισπασμό. Από την αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β΄ αποστέλλονται πράκτορες, για να ετοιμάσουν την εξέγερση. Ο Μοριάς επαναστάτησε. Μετά τους δισταγμούς των Πατρινών να κινηθούν, ο Μητροπολίτης της Πάτρας Παρθένιος συγκάλεσε στο Αίγιο σύσκεψη με τους τοπικούς παράγοντες και αποφασίστηκε η συμμετοχή στην επανάσταση. Καταρτίστηκε στρατιωτικό σώμα, το οποίο, με την υποστήριξη του Μεγάλου Σπηλαίου, εκστράτευσε κατά των Καλαβρύτων. Γρήγορα όμως οι ελπίδες των επαναστατών διαψεύστηκαν. Οι Ρώσοι δε διέθεταν καμία δύναμη πεζικού, ενώ στην Πελοπόννησο αποβιβάσθηκαν μόλις 400 στρατιώτες. Στρατιές Αλβανών εισέβαλαν στη χώρα και κατέστειλαν την εξέγερση. Ακολούθησαν άγριες σφαγές και λεηλασίες. Ο Ρωσικός στόλος αποχώρισε από τα βόρεια παράλια και το Αίγιο με την καταστροφή του πλήρωσε το βαρύ τίμημα των πανσλαβικών σχεδίων.
Μια ανεκτίμητη πηγή πληροφοριών για τη Ράχωβα κατά τα χρόνια της Β΄ Τουρκικής κυριαρχίας αποτελεί το χειρόγραφο του Εμμ. Σκαρπέτη. Κάθε λέξη που έγραψε για την «γλυκιά του πατρίδα» ακτινοβολεί αγάπη για τον τόπο που γεννήθηκε.
Παρακάτω παραθέτουμε αυτούσια την περιγραφή που έδωσε:
«Ερχόμενος από τον Κορινθιακόν κόλπον, κατά μεσημβρίαν και προς τας πηγάς του Κράθιος ποταμού (το Ποτάμι της Ακράτας) οδεύων, απ’αμφοτέρων των μερών τούτου του ποταμού κείνται τα νυν αι κάτωθεν κώμαι: και αριστερόθεν τα Κολοκυνθιάνικα, η Βεργοτίτζα, η Σελιάνα και άνωθεν ταύτης το Σαραντάπηχον, είτα το Περιθώριον, δεξιόθεν σε η ρηθείσα Πελλήνη πόλις, ήτοι η Βλοβοκά, το Αρφάρα, το Σινεβρόν και η Βελά. Επάνωθεν τούτων ως πρωτεύουσα κείται η Πελλήνη κώμη, η τα νυν Αράχοβα / καλούμενη, η ιδίως και καθ’αυτό εμή γλυκυτάτη πατρίς, εις ην εν τω 1748 εγεννήθην και ανετράφην… Αυτή γουν η Αράχονα κατ’αρκτον μεν και δυσμάς υπό ορέων συνεχίζεται, κατ’ανατολάς δε και μεσημβρίαν υπό μιας τερπνοτάτης θέσεως κατάρρυτος ούσα και κατάφυτος. Έχει ευκραέστατον αέρα, γλυκύτατα και κρυωδέστατα ύδατα και ο τόπος ο καλούμενος Βασιλική Βρύσις καταποτίζει αυτήν, εν ω και μύλος υπάρχει, ευφορεί καρπών, οπωρών παντοδαπών, οίνων και σηρικού νήματος, τα δε σκόρδα ταύτης ονομαστά είσιν. Αφίσταται του Κορινθιακού Κόλπου σταδίους 120, εις τα παράλια του οποίου κατ’ετούτους τους υστέρους καιρούς έλαβον οι Αραχοβίται διάφορα κτήματα, οίνον, έλαιον και άλλα. Διαιρείται μεν η Αράχοβα εις Άνω Χωρίον και Κάτω Χωρίον, εις δε γειτονίας ήτοι γενεάς δέκα, οιον από μεσημβρίας προς άρκτον τα Σταυριάνικα, Ταξιαρχάνικα, Ρουπιάνικα, Κιντιάνικα, Μυρτεγιάννικα, Ισπανιάνικα, Σκαρπετιάνικα, Τραγανιστιάνικα, Πλασσαριάνικα / και εν των Χωρίω τα Βαριάνιακα και τα λ. Έχει εκκλησίας επτά: του Αγίου Ιωάννου, του Ταξιάρχου, του Προφήτου Ηλιού, δύο του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Αθανασίος, και του Αγίου Γεωργίου, εξ ων του Αγίου Νικολάου και του Ταξιάρχου καλώς σώζονται, των δε λοιπών αι στέγαι διεφθάρησαν, μ’όλον τούτο επιτελείται εν αυταίς η Θεία Λειτουργία. Φαίνονται προσέτι και ερείπια μοναστηρίου τινός καλουμένου κοινώς των Καλογραίων. Υπόκειται πνευματικώς υπό τον Κορίνθου, εξωτερικώς δε υπό τον Καλαρύτων. Υπήρχε τα πάλαι, ως λέγουσι, φεουδόν τινος σουλτάνης, διο και Σουλτάνα εκαλείτο, και τελευταίον είχε πολλούς κατοίκους εν ευημερία διάγοντας, αλλ’εξ ων οι πλείονες εκ των κατά καιρούς δυσβαστάκτων δοσιμάτων εις άλλας πόλεις και χώρας εμετοίκησαν».

Στην αρχή του 19ου αιώνα η Ράχωβα μνημονεύεται επίσης στις περιηγήσεις του πρόξενου της Γαλλίας Πουκεβίλ, «Voyage dans la Grece». Στις σελίδες αφιερωμένες στο Αίγιο και λοιπούς παράλιους οικισμούς περιγράφει τα αρχαία που ευρέθησαν, τις εκκλησίες και μονές. Αναφέρει ότι η Επισκοπή της Βοστίτσας «εκτείνει την δικαιοδοσίαν της επί της πόλεως και των περιχώρων, τα οποία αποτελούνται από 12 χωριά, χαρακτηριζόμενα ως κεφαλοχώρια και από μερικά τσιφλίκια. Από του έτους 733-746 ανήκεν αυτή εις την αυτοκέφαλον Αρχιεπισκοπήν Πατρών (Δ. Ζακυθηνού, «Οι Σλάυοι εν Ελλάδι»σελ.44).»[15]
Παρακάτω αναφέρει το Κτηματολόγιο (Cadastre) της περιοχής της Βοστίτσας κατά τα έτη 1816- 1817:

Ονόματα πόλεων, κωμών και χωρίων Αριθ. Οικογενειών
1. Βοστίτσα 800
2. Διακοφτό 230
3. Γελίνι (Ielini) 130
4. Πύργος 30
5. Κερνίτσα 15
6. Μαμουσά 30
7. Φτέρη 70
8. Μαυρίκι 25
9. Παντελεήμων 7
10. Κουνινά 50
11. Αράχωβα (Parachova) 25
12. Παρασκευή 30
13. Κακοχωριό 25
14. Γρηγόρι 6
15. Τούμπα 5
Και δέκα τσιφλίκια 70
Σύνολο οικογενειών 1.548
Σύνολο ατόμων 7.740
Όσον αφορά στην κατάσταση της περιοχής κατά τα προεπαναστατικά χρόνια, παραθέτουμε απόσπασμα από το βιβλίο Αλ. Δασκαλόπουλου: «Ο λαός, πτωχός και ολιγαρκής, επεδίδετο εις την γεωργίαν και την κτηνοτροφίαν δια σκληράς προσωπικής εργασίας, το δε εμπόριον και η βιομηχανία ευρίσκοντο εις νηπιώδη κατάστασιν, μολονότι επεκράτει πίστις άδολος εις τας μεταξύ των ατόμων χρηματικάς συναλλαγάς. Η πολυπληθής καλή τάξις είχε πλούτον και ευημερίαν και διεκρίνετο δια την πολυτέλειαν και την αρχοντιάν της ζωής της.»[16]. Αλλά και σ’εκείνα τα σκοτεινά χρόνια της δουλείας η Ράχωβα ακολουθούσε τις προσπάθειες των Ελλήνων να επιτύχει την εθνική συνοχή δια της παιδείας και της θρησκείας. Στη Ράχωβα ιδρύθηκε σχολείο, για τη δράση του οποίου βλέπε σχετικό άρθρο.
Στο τέλος Ιανουαρίου (26-30) 1821, στις παραμονές της επαναστάσεως, στο Αίγιο συγκαλέστηκαν από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό κορυφαίοι αρχηγοί Αχαΐας, πολιτικοί του Μοριά, ιερείς, προεστοί και μέλη της Φιλικής Εταιρείας σε περιβόητη Μυστική Συνέλευση της Βοστίτσας. Αν και τα αποτελέσματα της σύσκεψης αυτής[17], και της επόμενης της Αγίας Λαύρας, τάσσουν υπέρ της αναβολής των επαναστατικών κινητοποιήσεων, η σύσκεψη αυτή, με είδος προέδρου τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και εισηγητή τον Παπαφλέσσα, προβλημάτισε τους ταγούς του έθνους μπροστά στο τρομερό ζήτημα του ξεσηκωμού. Πάρθηκαν οι αποφάσεις που προπαρασκεύασαν στέρεα την Εθνεγερσία (ετοιμότητα, έρανος, προμήθεια όπλων, στρατολογία κ.ά.) Καμία επαρχία της Πελοποννήσου δεν ήταν τόσο ταραγμένη και ανήσυχη όσο η Αχαΐα. Τα πάντα έδειχναν την απερχόμενη επανάσταση, οι Έλληνες άρχισαν να μεταφέρουν τα γυναικόπαιδα στα απομακρυσμένα χωριά και στα Επτάνησα, οι Τούρκοι αντιλήφθηκαν τη σοβαρότητα της κατάστασης και άρχισαν να συγκεντρώνονται στα φρούρια, μερικοί απ’αυτούς διέσχισαν τον Κορινθιακό και διέφυγαν στη Φωκίδα. Οι κάτοικοι του Αιγίου δεν παρεμπόδισαν την αναχώρησή τους. Έλαβαν μέρος και προεπαναστατικά επεισόδια, όπως αυτό στο χωριό Βερσοβά όπου ο Νίκ. Σουλιώτης ηγούμενος 300 ανδρών εξόντωσε στρατιωτικό σώμα δύο μπουλουκπασήδων και 28 Αλβανών. Άλλο ένα επεισόδιο έγινε στο χωριό Αρφαρά: ο Μουλά Γιακούπ, οθωμανός αξιωματούχος και τοποτηρητής του Δήμου Φελλόης, ήταν καλεσμένος σε έναν ελληνικό γάμο στα Αρφαρά, την ώρα του γλεντιού ήρθαν εσπευσμένα οι Τούρκοι και τον ειδοποίησαν να φύγει μαζί τους, διότι εξεράγει η επανάσταση. Οι προύχοντες της Σελιάνας, γνωρίζοντας για το κίνημα, πέρασαν από τα μονοπάτια και κατέλαβαν ένα ύψωμα, απ’όπου επρόκειτο να περάσουν οι Τούρκοι, κατεβαίνοντας από τα Αρφαρά, «και διερχομένους εκείθεν εφόνευσαν πάντας δι’ανταλλαγής ολίγων πυροβολισμών»[18].
Λίγες μέρες μετά την έκρηξη της επανάστασης η περιοχή της Ράχωβας απελευθερώθηκε από την τουρκική παρουσία. Υπήρχε κίνδυνος μόνο για την παραλιακή ζώνη, εφόσον αυτή συνδέει την Κόρινθο με την Πάτρα και στις ακτές της πάντα ήταν δυνατόν να αποβιβαστούν στρατεύματα τουρκικών πλοίων. Το ενδεχόμενο των εχθρικών ενεργειών σε αυτή τη ζώνη πάντα απασχολούσε τις ελληνικές δυνάμεις. Έτσι τον Απρίλιο του 1821, όταν ο στρατός του Κεχαγιάμπεη ερχόμενος από την Πάτρα φτάνει στην περιοχή, οι Καλαβρυτινοί αγωνιστές τον χτυπούν και προκαλούν μεγάλη ζημία.
Τις πρώτες νίκες των Ελλήνων αγωνιστών επισκίασε ο εμφύλιος πόλεμος που ξέσπασε το 1824. Οι διαμάχες μεταξύ πολιτικών, στρατιωτικών και προκρίτων δεν είχαν σταματήσει από την αρχή της επανάστασης. Ως αποτέλεσμα ήταν η είσοδος των ρουμελιώτικων στρατευμάτων στην Πελοπόννησο. Τα στρατεύματά τους έφτασαν ως την Ζαρούχλα. Η συμπεριφορά και οι καταχρήσεις τους ήταν δυσβάσταχτες για τον γηγενή πληθυσμό. Οι εμφύλιες διαμάχες που είχαν διχάσει τους Έλληνες δεν προκάλεσαν ωστόσο την κάμψη του αγωνιστικού κινήματος των κατοίκων. Η παραλιακή περιοχή της Ακράτας συνεχίζει να έλκει την προσοχή τόσο του εχθρού όσο και των αγωνιστών. Μετά τις μάχες στην Ακράτα και το Καστράκι (1825) οι σκληρές δοκιμασίες έλαβαν τέλος. Η συμμετοχή των κατοίκων της περιοχής στον απελευθερωτικό αγώνα ήταν πολυπληθής και παρέσυρε ακόμη και τους διστακτικούς συντηρητικούς προεστούς. Τα ονόματα των κάτωθι Ραχωβιτών μνημονεύονται στα έγγραφα της επαναστατικής περιόδου: Κούζας Σταύρος, Κουνάβης Κυριάκος, Παλαιολογόπουλος Αναγνώστης, Παναγούλιας Χρήστος, Παπανδρικόπουλως Σπυρίδων, Ράλλης Νικολής, Σανός Ανδρούτσος.
Κατά την Καποδιατριακή περίοδο (1828 – 1832) η κυβέρνηση έρχεται να αντιμετωπίσει ανύπαρκτη δημόσια Διοίκηση, κατεστραμμένη οικονομία, μέγιστη ύφεση εμπορίου, παραμελημένη γεωργία, και συν τοις άλλοις, τους ληστές που τυραννούσαν τους κατοίκους. Για την επίτευξη της προόδου η Πελοπόννησος αναδιοργανώνεται διοικητικά, διαιρείται σε 7 τμήματα, η Ράχωβα υπάγεται σε επαρχεία Καλαβρύτων. Έκαστο χωριό της επαρχίας διοικήθηκε από τους Δημογέροντες, ο αριθμός των οποίων ήταν ανάλογος προς τον αριθμό των οικογενειών του χωριού. Τα ονόματα των Δημογερόντων της Ράχωβας, όπως αυτά φαίνονται από τα δημόσια έγγραφα της εποχής: Ανδρέας Παλαιολόγος, Παπα-Χρήστος Σακελλίων. Ιδιαίτερη μέριμνα έλαβε η κυβέρνηση για την ανάκαμψη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας.
Ο απελευθερωμένος λαός έστρεψε την προσοχή του στην παιδεία, την οποία στερήθηκε κατά τα χρόνια της δουλείας. Από τα σχολεία που λειτουργούσαν στην περιοχή αναφέρουμε το σχολείο Χασίων, το οποίο αριθμούσε 935 μαθητές, των Κλουκινών – 1040. Στη Ράχωβα λειτουργούσε Ελληνικό και Αλληλοδιδακτικό σχολείο το οποίο ίδρυσε ο Ανδρούτσος Σπανός (βλέπε άρθρο «Σχολείο Ραχώβης»).

Κατά την Οθωνική περίοδο (1833 – 1862) στην περιοχή δε συνέβησαν σημαντικά ιστορικά γεγονότα, ο κοινωνικός βίος δε γνώρισε μεγάλες διακυμάνσεις και η πολιτική δραστηριότητα των κατοίκων περιοριζόταν σε ζυμώσεις κατά τις εκλογές για την ανάδειξη των βουλευτών. Κατά την εποχή αυτή σημειώνεται αυξημένη κάθοδος των κατοίκων των ορεινών χωριών προς τα παράλια. Γενικότερα, μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο στην περιοχή δε συνέβησαν σημαντικά γεγονότα, οι κάτοικοι ασχολήθηκαν με τις βασικές εργασίες και την καλυτέρευση των συνθηκών διαβίωσης.
Η ασφάλεια την εποχή εκείνη (1869 – 1900) ήταν ανύπαρκτη, μετά τη δύση του ηλίου η περιοχή ολόκληρη παραδιδόταν στο έλεος κλεφτών και «κοτετσάδων», ζωοκλεφτών και ληστών. Η αφοσίωση των ραχωβιτών στην κτηνοτροφία ήταν τόσο σταθερή, που τις εποχές που τα κοπάδια τους ήταν λιγοστά, δανείζονταν ζώα από τους άλλους. Η Ράχωβα δεν αναφέρεται στις τοπικές εφημερίδες ως «εστία ζωοκλοπής»[19] . Από τις αναμνήσεις του Θ. Γκόφα μαθαίνουμε και για ένα αστείο περιστατικό, την «επτακέφαλη αίγο». Υπήρχε συνήθεια εκείνα τα χρόνια, οι αντιπρόσωποι των υποψηφίων στις εκλογές κατά την περιοδεία τους στην ύπαιθρο να παραθέτουν προεκλογικό δείπνο στους ψηφοφόρους. Προς απόδειξη των δαπανών, ο αρμόδιος επί του γεύματος προσάγει στους αντιπροσώπους του κεφάλι του σφαγμένου ζώου. Ένας κομματάρχης από τη Ράχωβα σε κάποιες εκλογές προσήγαγε στον αντιπρόσωπο του υποψηφίου επτά κεφαλές αιγών αντί της μίας που διέθεσε στο δείπνο. Το αστείο είναι ότι πληρώθηκε και για τις 7.
Κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η περιοχή μοιράστηκε τη μοίρα της Ελλάδος. Την εκκένωση της χώρας από τα κατοχικά στρατεύματα ακολούθησε ο εμφύλιος πόλεμος, ο οποίος μας ταλάνισε μέχρι το 1949. Περισσότερο ταλαιπωρήθηκε η Νωνακρίδα παρά η Φελλόη στην οποία ανήκει Ράχωβα. Μετά το τέλος του εμφυλίου άρχισε μια πολύ δύσκολη και δημιουργική προσπάθεια στην Πελοπόννησο, όπως σε όλη την Ελλάδα.
Κατά τη διακυβέρνηση των στρατιωτικών (1967 – 1974) η περιοχή ακολουθεί σε γενικές γραμμές την τύχη της υπόλοιπης χώρας: μονόπλευρη πληροφόρηση, αλλαγές κοινοτικών συμβουλίων, συλλόγων και οργανισμών, απαγόρευση απεργιών και συλλαλητηρίων, προβολή και εξύμνηση της κυβέρνησης και διάφοροι εορτασμοί. Οι οικονομικές συνθήκες κατά τις περιόδους αυτές εξακολουθούν να είναι δυσμενείς. Όλο και περισσότεροι κάτοικοι μετοικούν στην παραλιακή ζώνη, όπου ασχολούνται με την καλλιέργεια. Η κτηνοτροφία, η οποία και παλαιά απαιτούσε επίπονες προσπάθειες και είναι ελάχιστα αποδοτική, περιορίζεται σημαντικά. Οι γεωργοί γνώρισαν κάποιες περιόδους ακμής, αλλά όπως πάντα ήταν αντιμέτωποι με κακές καιρικές συνθήκες, και την εκμετάλλευση από τοκογλύφους και μεγαλεμπόρους.

Ταυτόχρονα ξεκινάει η μετανάστευση στο εξωτερικό. Ως παλαιότερος μετανάστης της περιοχής αναφέρεται ο Θ. Κουβέλης, ο οποίος μετανάστευσε το 1901 στην Αυστραλία. Το δρόμο προς την Αυστραλία, την Αμερική και τη Γερμανία ακολούθησαν πολλοί κάτοικοι. Ύστερα από δεκαετίες ο πόλος έλξης πλέον ήταν η Αθήνα, τις δεκαετίες του 70 – 80 πολλοί αναζήτησαν εργασία και διαφορετικές συνθήκες διαβίωσης, που προσέφερε η πρωτεύουσα.
Παρακάτω παρουσιάζονται στοιχεία απογραφών πληθυσμού[20], τα οποία μας φανερώνουν το ρυθμό ερήμωσης της Ράχωβας, ώσπου να φτάσει στην κατάσταση που βρίσκεται τώρα.
1823- 1830 75 (οικογένειες)
1863 116 (οικογένειες) 563 (άτομα)
1879 701 (άτομα)
1882 361 (άτομα)
1896 572(άτομα)
1907 431
1920 35
1928 791
1940 307
1951 84
1961 55
1971 11
1981 60

Οι μεγάλες αποκλείσεις των ετών 1907, 1920 και 1928 κατά πάσα πιθανότητα να οφείλονται στην εποχή κατά την οποία διενεργήθηκε η απογραφή. Κατά τους χειμερινούς μήνες ο πληθυσμός της Ράχωβας μειωνόταν πάρα πολύ.

Αυτή, λοιπόν, είναι η σύντομη περιγραφή της πορείας ενός χωριού, μιας κουκκίδας στο χάρτη. Αυτών των γεγονότων ήταν μάρτυρες τα βουνά της Ράχωβας, αυτούς τους ανθρώπους φιλοξένησε η γη της, αυτούς γέννησε, αυτούς έθαψε. Και οι άνθρωποί της, μετέδωσαν στον κόσμο τη φλόγα που είχε ανάψει μέσα τους σε αυτόν τον τόπο, διακρίθηκαν στα γράμματα και στις επιστήμες, στην εκκλησία, στο εμπόριο και στις τέχνες πολύ πέρα και από τα σύνορα της Ελλάδος. Τι θα μου μείνει μετά από αυτό το ιστορικό οδοιπορικό στη Ράχωβα; Είναι το πόσο πολύτιμη και συγκινητική μπορεί να είναι αυτή η κουκκίδα στο χάρτη, πόσα άντεξε και είδε, και πόσο ακόμη θα δει. Με δέος συνειδητοποιείς τη μικρότητά σου μπροστά στους αιώνες που πέρασαν. Πόσο ασήμαντοι είμαστε στην κλίμακα του χρόνου. Τι θα αφήσουμε πίσω μας; Στην ιστορία της Ράχωβας υπήρχαν οι παραπάνω σελίδες, ποιες θα γραφτούν μετά από εμάς…

Ειρήνη Γκαβριλιούκ, 2007



[1] Μ. Σακελλαρίου, 2006, «Εθνικές ομάδες του Ελληνικού χώρου», Ιστορία των Ελλήνων, εκδ. Δομή.
[2] Αντίγονος (381-301) στρατηγός του Αλεξάνδρου, ιδρυτής της δυναστείας των Αντιγονιδών, πατέρας του Δημητρίου του Πολιορκητή
[3] βασιλιάς της Μακεδονίας (302-297), γιος του στρατηγού Αντίπατρου.
[4] Φίλιππος Ε΄ Μακεδόνας βασιλιάς (221-179), ο οποίος αντιστάθηκε στη ρωμαϊκή εισβολή στην Ελλάδα
[5] , Αριστ. Σταυρόπουλου, Ιστορία της πόλεως Αιγίου, Πάτρα, 1954, σ.215
[6] βασιλιάς των Βησιγότθων (396-410)
[7] Dimitri Obolensky, Η Βυζαντινή Κοινοπολιτεία, , Θεσσαλονίκη, 1991, σ. 81.
[8] Ιουστινιανός Α΄ έτη διακυβέρνησης 527 – 565 μ.Χ.
[9] Όπως παραπάνω σσ. 100 – 101.
[10] Αριστ. Σταυρόπουλου, Ιστορία της πόλεως Αιγίου, Πάτρα, 1954, σ.221
[11] Για πρώτη φορά στην ιστορία εμφανίζεται εδώ ως όνομα της χερσονήσου. Η προέλευση του ονόματος αμφισβητείται από τους ιστορικούς, κατά τον Φαλμεράγιερ προέρχεται από το Σλαβικό morie (θάλασσα). Άλλοι ερευνητές προτείνουν: πρόκειται για τη μετάθεση του ονόματος Ρωμαία, επίδραση επιθέτου Ανόρειος, ή προήλθε από το δέντρο της μορέας (μουριάς) που αφθονούσε στην Πελοπόννησο, είτε επειδή το σχήμα της Π. μοιάζει με το φύλλο του δέντρου αυτού.
[12] Αθανάσιου Θ. Φωτόπουλου, «Ιστορικά και Λαογραφικά της Ανατολικής περιοχής Αιγιαλείας και Καλαβρύτων», Αθήναι 1982, σσ. 77-78
[13] Ι. Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό Κράτος, Αθήνα 1988, σ.190
[14] χειρόγραφο του Εμμ. Σκαρπέτη (1793)
[15] Ιστορία της πόλεως Αιγίου, Αριστ. Σταυρόπουλου, Πάτρα, 1954, σ.320
[16] «Η εν Αιγίω μυστική Συνέλευσις του 1821» του Αλεξ. Δεσποτοπούλου
[17] «Να καταγραφώσιν αι εισφοραί, να μη κινηθή πρώτη η Πελοπόννησος, να εξιχνιασθούν αι διαθέσεις του Ρώσσου αυτοκράτορος, να εξετασθούν αι διαθέσεις των Νήσων…» Π.Π. Γερμανού Απομνημονεύματα
[18] Αθ. Φωτόπουλος, ο.π. σ.207
[19] «Κεραυνόν» 4 Οκτωβρίου 1892.
[20] Αθανάσιου Θ. Φωτόπουλου, «Ιστορικά και Λαογραφικά της Ανατολικής περιοχής Αιγιαλείας και Καλαβρύτων», Αθήναι 1982, σ. 381

Monday, August 6, 2007

Επιφανείς προσωπικότητες της Ράχωβας

Κατά την περίοδο της δουλείας στη Ράχωβα αναδείχτηκαν κάποιες οικογένειες, τα μέλη των οποίων έδρασαν και διέπρεψαν στους επιστημονικούς, εμπορικούς, και εκκλησιαστικούς κύκλους. Για τις επιφανείς οικογένειες μέχρι τη Β΄ Τουρκοκρατία δε διαθέτουμε πληροφορίες. Τα τοπωνύμια μπορούν να μας δώσουν κάποια στοιχεία, αλλά αυτά δε μπορούν να μαρτυρήσουν παρά μόνο τα ονόματα.

Η παραχώρηση του προνομίου της αυτοδιοίκησης από τους Τούρκους κατακτητές άνοιξε το πεδίο δράσης σε πολλούς φιλόδοξους άνδρες, οι οποίοι εκλέγονται δημογέροντες στα χωριά τους. Όσοι διέθεταν περισσότερες ικανότητες κατόρθωναν να εκλεγούν προεστοί, μοραγιάνηδες και βεκίληδες. Τα ανώτερα αξιώματα, που μαρτυρούν την ισχύ αυτών των ανδρών, κατέληξαν να γίνουν σχεδόν κληρονομικά. Πέραν τούτου πολλοί Ραχωβίτες διέπρεψαν στους εκκλησιαστικούς κύκλους, ο αριθμός των κληρικών, που κατάγονται από τη Ράχωβα και τη γύρω περιοχή προκαλεί εντύπωση. Πολλοί απ’αυτούς μάλιστα έφτασαν μέχρι τα ανώτερα εκκλησιαστικά αξιώματα.

Η αιτία του φαινομένου αυτού πρέπει να αναζητηθεί στον αγώνα επιβίωσης και επιμόρφωσης, που διέπει τους Έλληνες. Μη δυνάμενοι να εκφραστούν και να δράσουν στον πολιτικό, επιστημονικό και πολιτιστικό τομέα, βρήκαν διέξοδο στη μοναδική ευκαιρία εκείνης της εποχής – τον εκκλησιαστικό βίο. Ως κληρικοί, πολλοί από αυτούς ταξίδεψαν και μορφώθηκαν σε γνωστά επιστημονικά κέντρα της εποχής όπου ασχολήθηκαν με τη μελέτη διάφορων επιστημών. Οι επιδόσεις τους στις επιστήμες μάς εντυπωσιάζουν, ιδιαίτερα την εποχή εκείνη που ελάχιστος απλός κόσμος ήταν έστω στοιχειωδώς μορφωμένος. Ιδιαίτερα διακρίθηκαν λόγιοι και κληρικοί προερχόμενοι από τη Ράχωβα και τη Μονή Περιθωρίου, η οποία βρίσκεται κοντά στο χωριό. Η Μονή των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου ιδρύθηκε περίπου στις αρχές του 17ου αιώνα, και υπήρξε σπουδαίο θρησκευτικό και πνευματικό κέντρο της περιοχής.

Μία από της σημαντικότερες πηγές απ’ όπου αντλούμε πληροφορίες για τη δράση των επιφανέστερων οικογενειών είναι ο κώδικας του Εμμ. Σκαρπέτη (1748-1795;), ο οποίος σήμερα βρίσκεται στη Μονή Ταξιαρχών Αιγιαλείας.

Μία από της σημαίνουσες οικογένειες στην περιοχή ήταν οι Σκαρπεταίοι της Ράχωβας. Το παλαιότερο, γνωστό μέλος της, Νικόλαος Σκαρπέτης, πατέρας του πατριάρχου Δοσίθεου, ήταν έμπορος στην Κωνσταντινούπολη, όπου και πέθανε το 1649. Από την οικογένεια Σκαρπέτη κατάγονται πολλοί κληρικοί, οι οποίοι διακρίθηκαν κατά την περίοδο της δουλείας.

Ισπαναίοι (Σπαναίοι)– η οικογένεια αυτή αριθμεί κατά την περίοδο της δουλείας πολλούς κληρικούς, επιστήμονες και λογίους, στους οποίους αναφερόμαστε παρακάτω.

Αβέρκιος Σπανός ιερομόναχος, είναι γνωστός από τη σημείωση στον κώδικα που προέρχεται από το Μέγα Σπήλαιο. Η σημείωση αυτή τοποθετείται χρονολογικά στα τέλη του 17ου και στις αρχές του 18ου αι. «Τω παρών βηβλήων ειπάρχη αιμού αβερκύου θαιρο/μοναχου κ(αι) ωγηος το παρη αςσηναι σηνχορημαι/νος. Ηθελα να το ηπό αλαίως μα δεν το λαιο μα/ας το ηξευρη κ(αι) αν χη άλο ω δουλως ω ταπυνος / αβέρκυος ηερομοναχος αραχοβήτης σπανός κ(αι) / δούλος τις κυριας χρισοπειλαιοτισας.»

Αθανάσιος επίσκοπος Κερνίτσης (οικογ. Σπανών) πιθανόν να ταυτίζεται με τον Αθανάσιο πρώην Ωλένης. Αν και δεν αναφέρεται στους καταλόγους επισκόπων Κερνίτσης, αναφέρεται ως «πρώην Κερνίτζης» στο Κτητορικόν της Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων περίπου το 1764.

Αθανάσιος και Εμμανουήλ, ανίψια του Παρθενίου Ισπαναίου, «κατά πάσαν τέχνην, επιστήμη ντε και Θεολογίαν άριστοι χρηματίσαντες» (Εμμ. Σκαρπέτης). Ο πρώτος είναι γνωστός ως μοναχός, και ο δεύτερος ως σπουδαστής στην Κωνσταντινούπολη και ύστερα στο Βουκουρέστι, όπου άσκησε ιατρική. Απεβίωσε το 1786.

Αλέξανδρος (18ος αι.), ανιψιός του Παρθενίου Σπανού. Σπούδασε γράμματα και τη φιλοσοφία.

Ανανίας (18ος αι.) ποιμενάρχης Ερσεκίου. ανιψιός Ανθίμου Σκαρπέτη και διάδοχός του στο μητροπολιτικό θρόνο. Κατά τον Codex Vaticanus Graecus: «μετά την εις Ρωσσίαν μετάβασιν του Ανθίμου (1772) την μητρόπολιν Ερσεκίου εποίμανεν ο Ναθαναήλ (Φεβρ.1772-Ιούνιος 1772), τούτου δε παραιτηθέντος έχειροτονήθη μητροπολίτης (21 ιουνίου 1772) ο ιερομόναχος Ανανίας, ο οποίος απέθανε το 1802».

Αναστάσιος (18ος αι.) αδελφός του Μελετίου, ανεψιού του Παρθενίου Ισπαναίου. Κατά τον Εμμ. Σκαρπέτη υπήρξε «άριστος γραμματικός» και «ανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν, ένθα προσεκολλήθη παρά τη μητρί Αλεξάνδρου Υψηλάντου του ηγεμόνος, και κατά πάντα ευαρέστως φανείς ηξιώθη διαφόρων αυθεντικών αξιωμάτων».

Άνθιμος Σκαρπέτης (1722-1787) αδελφός του ιερέα Γεωργίου Σκαρπέτη. Όντως διάκονος προήχθη σε πρεσβύτερο στην Κωνσταντινούπολή και χρημάτισε προϊστάμενος ενός ναού εκτός της πόλης. Επί του Πελοποννήσιου Πατριάρχου Κυρίλλου του Ε΄ τοποθετήθηκε ως εφημέριος της μεγάλης εκκλησίας στην Κωνσταντινούπολη και το 1767 με τη συνδρομή του Πατριάρχου Σαμουήλ Χαντζέρη χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Ερσεκίου. Μετά από δεκαοκτάμηνη ποιμαντική δράση στην επαρχία, προσκλήθηκε από τον Πατριάρχη Σαμουήλ να την εγκαταλείψει και να μετέβη ως έξαρχος στην Πελοπόννησο. Ήταν μάρτυρας των γεγονότων του 1770 και της καταστολής της εξέγερσης από τους Τουρκαλβανούς. Φοβούμενος τις διώξεις διέφυγε στη Μόσχα, όπου παρέμεινε υπό την προστασία της Αικατερίνης Β΄ μέχρι το θάνατό του. Στο περιβόλι Μονής Δόνσκοη του ναού της Παναγίας του Δον έχουν ταφεί μεγάλοι Έλληνες ευεργέτες και κληρικοί, μεταξύ αυτών και ο Άνθιμος Σκαρπέτης.

Ανδρούτσος Σπανός ιδρυτής Ελληνικού Αλληλοδιδακτικού Σχολείου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1829). Δολοφονήθηκε με αγριότατο τρόπο το 1830 (βλ. άρθρο Σχολείο Ραχώβης).

Γεώργιος Σκαρπέτης (18ος αι.) ιερέας, έδρασε και πέθανε στην Κωνσταντινούπολη.

Βενέδικτος και ο αδελφός του Δομέτιος Σκαρπέτης (18ος αι.) μοναχοί στην Κορινθιακή Μονή Αγίου Δημητρίου.

Δανιήλ μητροπολίτης Παλαιών Πατρών (1717-1727) και μετέπειτα Κερνίτσης. Αδελφός του πρώην Ωλένης Αθανασίου. Αναφέρεται στην κτητορική επιγραφή στα μέσα του 18ου αι. του ναού της Κοιμήσεως του χωριού Καθολικό. Η επιγραφή αναφέρει ότι ο ναός «οικονομήθη … δια δαπάνης και πόνου του πανιερωτάτου μητροπολίτου πρώην Παλαιών Πατρών και προέδρου Τζερνίκης κυρίου Δανιήλ ….εκ (κ)ώμης Αράχοβας». Το 1757 ως επίσκοπος Κερνίτσης δαπάνησε για την αγιογράφηση μονής Αγ. Τριάδος. Ο Δανιήλ αναφέρεται μεταξύ των προκρίτων της Πελοποννήσου, οι οποίοι αναμείχθηκαν στην προπαρασκευή των Ορλωφικών και υπέγραψαν αίτηση βοήθειας προς την Αικατερίνη Β΄ .

Δοσίθεος (18ος αι.) ιερομόναχος και μετέπειτα ηγούμενος και προηγούμενος του Μεγάλου Σπηλαίου. Με την εντολή της μεγασπηλαιοτικής κοινότητας μετέβη στην Κων/πολη, όπου παρέμεινε για αρκετό χρονικό διάστημα στο μετόχι μονής «Βλαχ Σαράι». Επέστρεψε στα Καλάβρυτα φέρνοντας χρηματικά ποσά από τους εράνους στην Κωνσταντινούπολη.

Δοσίθεος Σκαρπέτης πατριάρχης Ιεροσολύμων (βλ. σχετικό άρθρο).

Ιερεμίας ο πρεσβύτερος, ο «Κίντος» (18ος αι.). Κατά τον Εμμ. Σκαρπέτη υπήρξε «αριστοτελικός φιλόσοφος και θεολόγος». Σπούδασε και ύστερα δίδαξε στο σχολείο Τριπολιτσάς ως το 1770, έτος καταστροφής του. Πέθανε το 1791.

Ιωάννης Ισπαναίος ανιψιός και μαθητής των διδασκάλων Παρθενίου και Κανέλλου Ισπαναίων ή Σπαναίων. Σπούδασε Φιλοσοφία, Ιατρική και Βοτανολογία στο Πανεπιστήμιο Πάντοβας. Μαζί με το θείο του Παρθένιο επισκέφτηκε την Κωνσταντινούπολη. Επέστρεψε στην Πελοπόννησο, όπου εξάσκησε την ιατρική και ασχολήθηκε με τη μελέτη διάφορων βιβλίων. Μετά τα γεγονότα του 1770 επιχειρεί να ξεφύγει στη Ζάκυνθο, καθοδόν αιχμαλωτίζεται μαζί με τον Μητροπολίτη Άργους και Ναυπλίου Βενέδικτου και άλλους από Αλβανούς Δουλκινιώτες, οι οποίοι τον κρατούν όμηρο για να τον απελευθερώσουν για λύτρα. Κατά την αναμονή της απελευθέρωσής τους, ο Μητροπολίτης Βενέδικτος δραπέτευσε και βρήκε προστασία στη Ζάκυνθο. Οι Ζακυνθινοί προσπάθησαν να απελευθερώσουν τους υπόλοιπους ομήρους. Κατά την άτυχη αυτή προσπάθεια σκοτώθηκε και ο Ιωάννης.

Κάλλιστος Σκαρπέτης ο μεγαλύτερος αδελφός του Δοσίθεου Σκαρπέτη, Πατριάχη των Ιεροσολύμων. Υπήρξε μοναχός στα Ιεροσόλυμα όπου πέθανε και ενταφιάστηκε. Διασώζεται αφιερωμένη σε αυτόν επιγραφή:
Ενθάδε την οσίαν κεφαλήν κατά γαία [καλύπτει]
Κάλλιστον Σιόνος κασίγνωτον του Ιεράρχου
Κλεινού Δοσιθέου, πάϊν Άννης Νικολάοιον
Εύχος των οσίων Πελοποννήσου μέγα κλέος.

Κανέλλος Σπανός λόγιος και δάσκαλος, αδελφός του διδασκάλου Παρθενίου, με τον οποίον συμπορεύτηκαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους. Ο Κανέλλος σπούδασε στο Πατάβιο, όπου κατά τον Εμμ. Σκαρπέτη «εδιδάχθη την λατινικήν, ιταλικήν και γαλλικήν διάλεκτον, άπασαν την των νεωτέρων Φιλοσοφίαν τε και την Ιατρικήν και Βοτανικήν». Όταν επέστρεψε στην Τριπολιτσά δίδαξε τον αδελφό του Παρθένιο όσα έμαθε στο Πατάβιο και ασχολήθηκε με την εκμάθηση ανατολικών γλωσσών: «την αραβικήν, περσικήν τε και τουρκικήν διάλεκτον εντελώς επαιδεύθηκαι άπαντα τα Σφαιρικά ε και Γεωγραφικούς πίνακας γλαφυρώς εις την τουρκικήν διάλεκτον μεταφράσας, πολλούς των Τούρκων ακροατάς έλαβε, εξ ων ο Τριπολιτζάς Σουλεϊμάν εφέντης, ο εν Κωνσταντινουπόλει διαφόρων βασιλικών αξιωμάτων επιβάς, ου μόνον της ελληνικής διαλέκτου εγκρατής εγένετο, αλλά και τέλειος φιλόσοφος εχρημάτισε». Συνέγραψε πολλά έργα, στη Μονή Ταξιαρχών διασώζονται 5 χειρόγραφα τετράδιά του. Ο Κανέλλος πέθανε το 1756.

Μελέτιος ανιψιός του Παρθένιου Ισπαναίου. «Ικανώς καθ’ άπαντα γυμνασθείς» διετέλεσε ηγούμενος και προηγούμενος Μονής Ταξιαρχών Αιγιαλείας.

Παρθένιος Ισπαναίος, αδελφός του Κανέλλου και ανιψιός του μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Παρθενίου. Σπούδασε με τον αδελφό του στη Σκόπελο γραμματική, φιλοσοφία, ρητορική, ποιητική, μαθηματικά και θεολογία. Κατόπιν, μετέβησαν στην Τριπολιτσά, όπου με τη συνδρομή του θείου του ίδρυσαν Ελληννικό σχολείο. Για λίγο διάστημα ο Κανέλλος τον άφησε για να σπουδάσει στην Πάνδοβα. Μετά το θάνατο του Κανέλλου, ο Παρθένιος συνέχισε μόνος του το διδασκαλικό και συγγραφικό του έργο, συλλέγοντας πολύτομη βιβλιοθήκη. Υπήρξε δάσκαλος πολλών διακεκριμένων ανδρών της εποχής του.

Ρωμανός ιεροδιάκονος. Κατά τον Εμμ. Σκαρπέτη «εχρημάτισεν εις των σεβασμιωτέρων προεστώτων», πέθανε το 1793.

Σεραφείμ Σκαρπέτης (18ος αι), ανιψιός του Παρθενίου Σκαρπέτη, μέλος της αδελφότητας του Πανάγιου Τάφου.

Συμεών ιερομόναχος, γνωστός μόνο από την επιγραφή του Κώδικα του Μέγα Σπηλαίου (18ος αι.).

Τιμόθεος Σκαρπέτης (18ος αι.) ιερομόναχος.

Χρύσανθος Σκαρπέτης Πατριάρχης Ιεροσολύμων (βλ. σχετικό άρθρο).

Εμμανουήλ Σκαρπέτης (1748-1795;) έμπορος και συγγραφέας ογκώδους γεωγραφικού έργου, βασισμένου σε πηγές αρχαίων και νεώτερων περιηγητών και γεωγράφων. Ο παππούς του, Μανωλάκης Σκαρπέτης, υπήρξε συγγενής του Δοσίθεου πατριάρχη Ιεροσολύμων και δημογέρον της Ράχωβας και προεστός του καζά Καλαβρύτων. Ο υιός του Νικόλαος μετοίκησε στην Κωνσταντινούπολη όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο. Ύστερα, μεταβαίνει στην Τριπολιτσά, όπου διατελεί επιστάτης ενός μεγάλου εμπόρου, του Απόστολου Πασάνταη. Ο Νικόλαος καλεί τους άλλους δυο αδελφούς του να εργαστούν στην Τριπολιτσά, ένας από αυτούς ο Παναγιωτάκης, ήταν πατέρας του Εμμανουήλ. Σε πολλή νεαρή ηλικία ο Εμμανουήλ μένει ορφανός, όμως τον καλεί και τον υιοθετεί ο Απόστολος Πασάνταης. Ο Πασάνταης μερίμνησε για την εκπαίδευση του μικρού ορφανού. Ο Εμμανουήλ διδάχτηκε βυζαντινή μουσική, ύστερα οι δάσκαλοί του ήταν ο Ραχωβίτης Παρθένιος Ισπανός (Σπανός) και ο Ιερεμίας Κίντον. Η επιδημία που ξέσπασε και ο θάνατος του θετού πατέρα του δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει τη μόρφωσή του. Κληρονομώντας την περιουσία του Πασάνταη, ο Εμμανουήλ Σκαρπέτης ασχολήθηκε με το εμπόριο. Αρχικά, ταξίδεψε στη Μάλτα με φορτία σίτου και κριθαριού, έπειτα στη Νεάπολη, όπου αγόρασε διάφορα εμπορεύματα, τα οποία μετέφερε στην Τριπολιτσά το 1768.

Μέχρι το 1770 ασχολείται με το εμπόριο και κατά τη διάρκεια των Ορλωφικών δοκιμάζεται δεινά: «…Κατά γαρ εκ των πραγματειών, ων είχον, μόλις το ήμισυ διεσώθη, το εργαστήριον και η λοιπή περιουσία απώλοντο, καγώ δε τον δια πυρός και μαχαίρας θάνατον ημέρας τε και νυκτός εδεχόμην, τον οποίον πολλάκις προ οφθαλμών είδον και πολλοί άλλοι δυστυχείς εδοκίμασαν αυτόν. Τελευταίον όντος μου αγαθή τύχη μετά τίνων πραγματευτών χριστιανών εξ’ Ιωαννίνων και παρακαλέσαντες εκείνοι καδήν τινα Ιωαννίτην έπεμψαν ημάς και τινας άλλους Πελοποννησίους δια νυκτός έξω της πόλεως συνοδευουμένους υπό εξ’ Αλβανιτών, οίτινες ως θηριόγνωμοι και ως αισχροκερδείς μετ’ολίγον διάστημα έξω της Τριπολιτζάς εξαίφνης προς ημάς εφώναξαν, ότι μόνον τους Ιωαννίτας θέλομεν διαγώσει, τους δε Μοραϊτας εξάπαντος πρέπει να φονεύσωμεν. Και δη εις εξ αυτών γονυπετήσας με και εκτείνας την αυτού μάχαιραν, κατά το ειωθός αυτών, ήρχετο να με αποκεφαλίση. Βλέποντες δε οι συνοδοιπόροι την αιφνίδιον και τοιαύτην αξιοθρήνητον εμήν κατάστσιν ευθύς μετά θερμών δακρύων και ικανών αργυρίων προσπεσόντες εις τους πόδας εκείνων των αιμοβόρων Αλβανιτών μόλις … με ηλευθέρωσαν… Αυτή δε φυγή εγένετο προ 15 ημερών της προρρηθείος αξιοθρηνήτου μάχης. Μείναντες γουν ημείς πανταχόθεν πεφοβισμένοι παρευθύς διεσκορπίσθημεν. Εγώ όμως πάντοτε μετά των Ιωαννιτών συνετελαιπωρούμην. Τελευταίον, δι’αβάτων οδών και δυσβάτων ορέων εφθάσαμεν εις Λακεδαιμονίαν. Οπόσους δε κινδύνους θανάτων, θλίψεις, ταλαιπωρίας, πείνας και τα εξής εδοκιμάσαμεν εις αυτό το διάστημα, αύνατον διηγήσασθαι. Από δε / της Λακεδαιμονίας προσκολληθείς τινι των πολιτών της πόλεως εκείνης απήλθομεν εις Ναβαρίινους, ένθα τον θάνατον παρ’ελπίδα εκφυγόντες διεπράσαμεν εις Ζακύνθου και Κέρκυραν κακείθεν αφείς αυτόν έφθασα εις Βενετείας, είτα εις Τεργέστιον από δε του Τεργεστίου ήλθον δια του Αγκώνος εις Ρώμης, έπειτα εις Νεάπολιν και πάλιν δια της Απουλίας εις Κέρκυραν, Ζακύνθον και τελευταίον εις Ύδραν την ν’ησον, ένθα υγιώς απολαύσας τους εμούς συγγενείς, μεθ’ων και υπό της χαρας ου ομικρόν ακλαύσαμεν. Μετ’ολίγν δε πάλιν απήλθον εις Πάρον την νήσον (εν η ο ρωσσικός στόλος) χάριν πραγματείας και δις εις Θεσσαλινίκην, ένθα νομίζοντες με ως κατάσκοπον μόλις απέφυγον τον θάνατον και – το χείριστον- ο εν τη θαλάσση υπό των ληστών κίνδυνος. Και γενομένης ειρήνης μεταξύ Τούρκων και Ρώσσων έν έτει 1774 Ιουλίου 10, πήγα εις Κωνσταντινούπολιν, είτα εις Ταϊγάνιον, νέον ρωσσικών φρούριον πλησίον των εκβολών του Τανάιδος ποταμού. Κακείθεν υπό του θείου Άνθιμου μητροπολίτου καλεσθείς έφθασα εις Μόσχβαν, μητρόπολιν της Ρωσσίας…»

Για δύο χρόνια παρέμεινε ο Εμμανουήλ Σκαρπέτης στη Μόσχα, όπου έμαθε την τέχνη επεξεργασίας των πολύτιμων λίθων, αλλά για λόγους υγείας αποφασίζει να επιστρέψει στην πατρίδα του. Συνεταιρίζεται με άλλους δυο εμπόρους και αναλαμβάνει εμπόριο γουναρικών στην Κωνσταντινούπολη (1779). Όμως έπεσε θύμα απάτης των συνεταίρων του, πτώχευσε και αναγκάστηκε να αναχωρήσει κρυφά από την Κωνσταντινούπολη το 1783.

Στην περιπέτειά του αυτή βρήκε συμπαραστάτη έναν Ρόδιο έμπορο Νικόλαο Τζίκνην και το Ρώσο πρέσβη Βουλγκάκωβ, οι οποίοι τον βοήθησαν με την εκκαθάριση των λογαριασμών και την αποφυγή των διώξεων. Εν όψει του ρωσοτουρκικού πολέμου, αναγκάζεται να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη και μαζί με τον Ν. Τζίκνην περιπλανιούνται σε διάφορα μέρη: Κεφαλονιά, Πάργα, Ιθάκη, Κέρκυρα, Μεσσήνη, Συρακούσες, Μάλτα, Νεάπολη, Πίσσα, Λιβόρνο, Φλωρεντία, Μπολώνια, Φερράρα, Βενετία, Τεργέστη. Στις αρχές του 1793 άρχισε να συγγράφει το γεωγραφικό του έργο, περιγράφοντας τα μέρη που έχει επισκεφτεί. Δε γνωρίζουμε το έτος και το μέρος του θανάτου του. Στη Μονή Ταξιαρχών, όπου πολύ πιθανόν να τελείωσε την πορεία του, βρίσκονται βιβλία από την προσωπική του βιβλιοθήκη και το χειρόγραφό του. Συνοψίζοντας, αξίζει να τονισθεί, ότι η ζωή του Εμμανουήλ Σκαρπέτη είναι ένα εξαιρετικό δείγμα πορείας μιας ψυχής, μιας από τις πολλές που γεννήθηκαν σε αυτό το ορεινό χωριό. Ο Εμμ. Σκαρπέτης σπούδασε, διέπρεψε, ταξίδεψε, καταστράφηκε, δούλεψε, υπέφερε και ευτύχισε, ακολουθώντας τη μοίρα του τόπου του, ζώντας μαζί της όλες τις περιπέτειες και δοκιμασίες της εποχής.[1]

[1] Στο άρθρο αυτό χρησιμοποιήθηκε υλικό από το βιβλίο Αθανασίου Θ. Φωτόποουλου «Ιστορικά και Λαογραφικά της Ανατολικής περιοχής Αιγιαλείας και Καλαβρύτων», Αθήνα, 1982.


Ιρίνα Gavriliuk

Tuesday, July 24, 2007

Οι Σλάβοι στην Πελοπόννησο

Η κινητοποίηση των βαρβαρικών φυλών στην Ευρώπη και την Ασία από τα τέλη του 5ου μ.Χ. αιώνα οφείλεται στη διάλυση του βασιλείου των Ούννων και τη μεγάλη μετανάστευση των λαών, των Γερμανικών φύλων (Γότθων, Ερούλων, Λομβαρδών κ.ά.) γεγονός το οποίο έδωσε στην Ευρώπη την εθνική φυσιογνωμία που έχει ως σήμερα. Μετά το θάνατο του Αττίλα το 453 μ.Χ. η ισορροπία ισχύος μεταβλήθηκε στις περιοχές πέρα από τα βόρεια σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο ιστορικός τώρα διακρίνει στα συντρίμμια ενός βασιλείου, που εκτεινόταν απ’τη Κασπία ως το Ρήνο, ένα αλλόκοτο συνονθύλευμα απελευθερωμένων λαών, εκ των οποίων ο καθένας αγωνιζόταν να υπερασπιστεί τη νεοαποκτηθείσα ανεξαρτησία του. Οι Σλάβοι ήδη από το 500μ.Χ. είχαν μετακινηθεί από την αρχική τους πατρίδα και κατείχαν τη βόρεια όχθη του Δούναβη, από το Βελιγράδι ως τις εκβολές του[1]. Δεν πρόκειται να σταθούμε στο θέμα της καταγωγής των Σλάβων και της αρχικής τους κοιτίδας, θα μας απασχολήσουν από την εποχή της καθόδου τους στην περιοχή νότια του Δούναβη. Δε γνωρίζουμε κάτω από ποιες συνθήκες έγινε η εγκατάστασή τους βόρεια του Δούναβη, αλλά μπορούμε να υποθέσουμε ότι, επιθυμώντας να διασχίσουν τον ποταμό και να εγκατασταθούν στα Βαλκάνια, άρχισαν να ασκούν αυξανόμενη πίεση στα βορειοανατολικά σύνορα της βυζαντινής αυτοκρατορίας μετά τη διάλυση του βασιλείου των Ούννων. Οι συγκεκριμένες Σλαβικές φυλές, οι Πρωτοσλάβοι, περιελάμβαναν δύο κύριες ομάδες: τους Άντες και τους Σ(κ)λαβίνους. Οι Άντες είχαν καταλάβει μια σημαντική περιοχή των στεπών της νότιας Ρωσίας, από τη Βεσσαραβία ως το Ντόνετς. Αποτελούσαν μέρος της κοινότητας των Ανατολικών Σλάβων, οι οποίοι αργότερα θα γίνουν γνωστοί ως Ρώσοι. Οι Σκλαβίνοι εγκαταστάθηκαν σ’ όλο το μήκος του Κάτω Δούναβη και βόρεια ως το Δνείστερο. Ήταν ιδιαίτερα πολυάριθμοι στην περιοχή της Βλαχίας[2]. Αυτοί θεωρούνται ως οι πρόγονοι των Σλάβων των Βαλκανίων.
Οι πρώτες εισβολές των Σλάβων, οι οποίες δεν έλαβαν μεγάλες διαστάσεις, έγιναν από τη βασιλεία του Ιουστίνου Α΄ (518-527), έως την έναρξη της βασιλείας του Ιουστινιανού (527-565). Μέχρι εκείνη την εποχή το Βυζάντιο ακόμη μπορούσε με όπλα να υπερασπίσει τα σύνορά του. Για τη φύση των επιδρομών ο Βυζαντινός ιστορικός Προκόπιος μας πληροφορεί, ότι οι περιοχές από το Ιόνιο Πέλαγος ως τα προάστια της Κωνσταντινούπολης μαζί με την Ελλάδα κατακλυζόταν από Ούννους (Βουλγάρους), Σκλαβίνους και Άντες σχεδόν κάθε χρόνο απ’την εποχή που ο Ιουστινιανός ανέλαβε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, οι οποίοι προξενούσαν ανείπωτα δεινά στους κατοίκους. Η περιοχή, που περιγράφει ο Προκόπιος, καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της Βαλκανικής χερσονήσου, ωστόσο αυτές οι ετήσιες καταστροφικές επιδρομές που γίνονταν με στόχο τη λεία, μετά τις οποίες οι βάρβαροι αποσύρονταν πέρα απ’το Δούναβη, περιορίζονταν αρχικά κυρίως στην ύπαιθρο και δεν κατέληγαν ακόμη σε μόνιμες εγκαταστάσεις Σλάβων στα Βαλκάνια. Από το 550 μ.Χ. η διάρκεια των επιδρομών άρχισε να μεγαλώνει, οι Σλάβοι ξεχειμώνιαζαν πλέον στις κατακτημένες περιοχές, μερικές φορές καταλάμβαναν βυζαντινά φρούρια και πετύχαιναν να τα διατηρούν για ορισμένα χρόνια. Η αυξημένη αποτελεσματικότητα μπορεί να οφειλόταν στη στρατιωτική ικανότητα των Βουλγάρων, οι οποίοι άρχισαν να ηγούνται τις Σλαβικές εισβολές. Για την αντιμετώπισή τους ο Ιουστινιανός οργάνωσε ένα σύστημα με οχυρωμένα παρατηρητήρια και φρούρια. Το βάθος στο οποίο έφταναν οι εισβολές των Σλάβων μαρτυρείται από το γεγονός ότι η τρίτη οχυρωμένη ζώνη έφτανε βαθιά στο εσωτερικό της χερσονήσου και εκτεινόταν νότια μέσω της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας μέχρι τις Θερμοπύλες και τον Ισθμό της Κορίνθου. Η αδυναμία του στρατού να περιφρουρήσει τα μακρά σύνορα και να εμποδίσει τους Σλάβους και τους Βουλγάρους οδήγησε τον Ιουστινιανό να αναζητήσει διαφορετικά μέσα για την υπεράσπιση της μεθορίου. Αυτά ήταν οι δοκιμασμένες μέθοδοι της Ρωμαϊκής διπλωματίας. Ο Ιουστινιανός ήταν αυτός, που περισσότερο απ’όλους καλλιέργησε και κληροδότησε στους διαδόχους του μια αντίληψη για τη διπλωματία ως μια περίπλοκη επιστήμη και μια καλή τέχνη, στην οποία η στρατιωτική πίεση, η πολιτική ευφυΐα, η δωροδοκία κι η θρησκευτική προπαγάνδα συγχωνεύονταν σε ένα πανίσχυρο όπλο[3] του Βυζαντίου. Όμως η διπλωματία του Ιουστινιανού στο βορρά έπασχε από δύο αδυναμίες: από τη μία πλευρά τα τεράστια χρηματικά ποσά που σπαταλούσε η Αυτοκρατορία προς τους βαρβάρους, για να αποτρέψει τις επιθέσεις τους ήταν μια καταστροφική αφαίμαξη για το θησαυροφυλάκιο. Επιπλέον, υπήρχε μια δυσαρέσκεια μεταξύ των υπηκόων ότι η Αυτοκρατορία ήταν αναγκασμένη να πληρώνει με τόσο ταπεινωτικό τρόπο τις συμμορίες των βαρβάρων. Από την άλλη μεριά, οι ίδιοι οι βάρβαροι ενθαρρύνονταν απ’τη γενναιοδωρία του Ιουστινιανού, και επέστρεφαν για να απαιτήσουν περισσότερα χρήματα. Όπως γράφει ο Προκόπιος: «Γιατί αυτοί οι βάρβαροι, έχοντας δοκιμάσει μια φορά το Ρωμαϊκό πλούτο, δεν ξέχασαν ποτέ το δρόμο που οδηγούσε σ’αυτόν…».
Στη συνέχεια, ένα άλλο γεγονός κατά το τέλος της βασιλείας του Ιουστινιανού επιδείνωσε την κατάσταση στα βόρεια σύνορα. Οι Αβάροι, νομαδικός λαός, που αποτελούταν από Μογγολικά και Τουρκικά φύλα, μόλις κατέφθασαν στις περιοχές βορείως του Καυκάσου. Η Κωνσταντινούπολη δέχτηκε μια πρεσβεία των Αβάρων, των οποίας οι αιτήσεις ήταν συνηθισμένες: πολύτιμα δώρα, ένα ετήσιο χρηματικό ποσό και εύφορες περιοχές να εγκατασταθούν. Αν και η τελευταία απαίτηση αγνοήθηκε από τον Αυτοκράτορα, οι Αβάροι συνήψαν μια συνθήκη και υποσχέθηκαν να πολεμήσουν τους εχθρούς της Αυτοκρατορίας. Οι Αβάροι προήλασαν προς δυσμάς, υπέταξαν κάποιες Βουλγαρικές φυλές, τους Άντες της Βεσσαραβίας και βρέθηκαν στον Κάτω Δούναβη.
Οι σχέσεις τους με το Βυζάντιο έμπαιναν σε μια κρίσιμη φάση. Η Αβάροι επεξέτειναν συνεχώς τις κατακτήσεις τους, υποτάσσοντας και τους Σκλαβίνους και αναδείχθηκαν ως κυρίαρχη δύναμη στην Κεντρική Ευρώπη. Ο Ιουστίνος Β΄ (565-578) αρνήθηκε να πληρώσει φόρο και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ξεχυθούν οι Αβαροσλαβικές ορδές στα Βαλκάνια. Ο Ιωάννης ο Εφέσιος περιγράφει το έτος 584: «Αυτό το ίδιο έτος…ήταν ξακουστό επίσης για την επιδρομή ενός απαίσιου λαού, με τ’όνομα Σλάβοι, που κατέκλυσε ολόκληρη την Ελλάδα, και τη χώρα των Θεσσαλονικέων, κι όλη τη Θράκη, και κυρίεψε πόλεις, και κατέλαβε πολυάριθμα φρούρια, και κατέστρεψε κι έκαψε, και σκλάβωσε το λαό, κι έγινε κύριος όλης της υπαίθρου, κι εγκαταστάθηκε σ’αυτή διά της βίας, και κατοίκησε σ’αυτή σα να ήταν δική του χωρίς φόβο. Κι ως τώρα έχουν παρέλθει τέσσερα χρόνια, κι ακόμη, επειδή ο βασιλιάς είναι μπλεγμένος στον πόλεμο με τους Πέρσες κι έχει στείλει όλες τις δυνάμεις του στην Ανατολή, ζουν με την άνεσή τους στην χώρα … Και σε τέτοια έκταση φτάνουν οι καταστροφές τους, που έχουν σκαρφαλώσει ακόμη και στα εξωτερικά τείχη της πόλης (δηλ. το Μακρό Τείχος της Κωνσταντινούπολης)».
Οι Σλάβοι παρουσιάζονται ως ικανοί στρατιώτες, και δεν εμφανίζονται πια ως περαστικοί παρείσακτοι, οι οποίοι αφού ολοκληρώσουν τις επιδρομές τους επιστρέφουν στις πατρίδες τους. Σύμφωνα με τη γνώμη των επιστημόνων, πρόκειται για μία πρώιμη μαρτυρία αναφερόμενη σε παράδειγμα μόνιμων Σλαβικών εγκαταστάσεων. Η κατάκτηση της Βαλκανικής χερσονήσου από τους Σλάβους φαίνεται να πραγματοποιήθηκε κυρίως κατά τη βασιλεία του Φωκά (602-610) και στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Ηρακλείου (610-641). Ο Φωκάς μάλιστα έκανε το σφάλμα να μεταφέρει στρατεύματα από το Δούναβη στη Μ. Ασία κι έτσι οι ευρωπαϊκές επαρχίες έμειναν εκτεθειμένες στις επιδρομές χωρίς αποτελεσματική στρατιωτική κάλυψη.[4]
Το 626 οι Σλάβοι, απελευθερωμένοι από την Αβαρική επικυριαρχία, συνεχίζουν τις επιδρομές τους και προωθούνται νότια προς την Πελοπόννησο, διασχίζοντας τη Θεσσαλία και την Ήπειρο. Επιπλέον ρίχτηκαν στη θάλασσα και λεηλάτησαν τα νησιά του Αιγαίου ακόμη και την Κρήτη. Οι επιδρομές αυτές φαίνεται ότι διήρκεσαν περίπου δύο δεκαετίες. Τότε ήταν προφανώς η περίοδος που εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο. Μερικές δεκαετίες αργότερα στις όχθες του Δούναβη εμφανίζονται οι Βούλγαροι.
Η Παλαιά Μεγάλη Βουλγαρία εκτεινόταν από τον Καύκασο ως το Ντον (ίσως και μέχρι τον Κάτω Δνείπερο) και λειτουργούσε ως το 642 μ.Χ. (θάνατος του ηγέτη τους Κόβρατ) ως φύλακας των Βυζαντινών συμφερόντων στην περιοχή του Βορείου Καυκάσου και των στεπών της Νότιας Ρωσίας. Η Παλαιά Μεγάλη Βουλγαρία κατέρρευσε από τα χτυπήματα ενός νέου εισβολέα απ’την Ασία, των Χαζάρων. Στη διασπορά των εθνών που ακολούθησε, ένα από τα παρακλάδια του λαού των Ονογούρων εμφανίστηκε ξαφνικά σαν απειλητικό σύννεφο στο βόρειο ορίζοντα του Βυζαντίου. Οδηγημένη από τον Ασπαρούχ, γιό του Κόβρατ, μια αρκετά μεγάλη ορδή κινήθηκε δυτικά διασχίζοντας τη στέπα και το 670 έφθασε στο δέλτα του Δούναβη. Ακολούθησαν μερικές πολεμικές συγκρούσεις με τους Βυζαντινούς, οι οποίες όμως δεν είχαν αίσιο για το Βυζάντιο αποτέλεσμα. Το 681 ο Κωνσταντίνος Δ΄ έκλεισε ειρήνη με τον Ασπαρούχ, αναγνωρίζοντας ουσιαστικά την ύπαρξη ενός βαρβαρικού κράτους και στις δύο όχθες του Δούναβη εντός της αυτοκρατορικής επικράτειας. Πριν την έλευση των Βουλγάρων, όπως στο εξής θα είναι γνωστοί οι Ουνογούροι των Βαλκανίων, οι Σλάβοι κατοικούσαν στα εδάφη αυτά.
Οι «Σκλαβινίες» τους ήταν χαλαρές φυλετικές ενώσεις, που στερούνταν σαφώς προσδιορισμένης πολιτικής δομής και σε αυτό υστερούσαν από τους Βουλγάρους, των οποίων οι πολιτικοί θεσμοί και η στρατιωτική οργάνωση είχαν αναπτυχθεί πολύ πριν έλθουν στα Βαλκάνια. Ο Ασπαρούχ δημιούργησε ένα ισχυρό βασίλειο, ηγούμενος των Σλάβων, οι οποίοι αποτελούσαν το μεγαλύτερο ποσοστό των υπηκόων του. Με κατάλληλη φυλετική πολιτική οι Σλάβοι συμβίωσαν ειρηνικά με τους Βουλγάρους, γεγονός που διέσωσε την εθνική τους ταυτότητα, γιατί, αν δεν είχαν ενσωματωθεί στο Βουλγαρικό βασίλειο, αναμφίβολα θα είχαν εξελληνιστεί ολοκληρωτικά με το πέρασμα του χρόνου, όπως οι Σλάβοι στην Ελλάδα.
Στην πραγματικότητα, κατά τους επόμενους δύο αιώνες, το σλαβικό στοιχείο κυριάρχησε σταδιακά και έτσι η αφομοίωση των τουρκικής καταγωγής Βουλγάρων από τον πολυάριθμο σλαβικό πληθυσμό επιταχύνθηκε. Έτσι, κατά τον 10ο μ.Χ. αι., η Βουλγαρία ήταν ουσιαστικά μια Σλαβική χώρα. Μετά τη σύσταση του Βουλγαρικού κράτους οι Βούλγαροι ηγήθηκαν των επιδρομών των Σλαβικών φύλων στην Ελλάδα.
Κατά τον 7ο και 8ο αιώνα οι βόρειες και κεντρικές περιοχές των Βαλκανίων, από τις Άλπεις ως τη Μαύρη Θάλασσα και από την Αδριατική ως το Αιγαίο, κατέχονταν από τους Σλάβους. Μόνο σε ορισμένες παραθαλάσσιες περιοχές και σε απροσπέλαστα βουνά μπόρεσαν να διατηρηθούν οι προϋπάρχοντες πληθυσμοί. Στην Ελλάδα, η Θεσσαλία, η Ήπειρος και οι δυτικές περιοχές της Πελοποννήσου παρουσίαζαν πυκνή κατοίκηση Σλάβων. Ο εποικισμός της Πελοποννήσου, βάσει των ιστορικών δεδομένων, πραγματοποιήθηκε σε 2 φάσεις: η πρώτη ανέρχεται στις τελευταίες δεκαετίες του 6ου αι., όταν οι Σλάβοι κατέλαβαν την Κόρινθο και κάποιο μικρό ποσοστό τους παρέμεινε. Η δεύτερη φάση ξεκίνησε τις πρώτες δεκαετίες του 7ου αι. , όταν πολυπληθή κύματα εποίκων πλημμύρισαν τη χερσόνησο. Οι παραθαλάσσιες πόλεις (η Αθήνα, η Κόρινθος, η Πάτρα, το Αίγιο κ.λπ.) μπορούσαν να βοηθηθούν από τη θάλασσα, γι’αυτό και διατήρησαν βυζαντινές φρουρές για κάποιο χρονικό διάστημα.
Η άμυνα απέναντι στη σλαβική διείσδυση ήταν πολύ πιο αποτελεσματική στα αστικά κέντρα, στις επίμαχες οικονομικά και στρατηγικά θέσεις. Ο Ισίδωρος της Σεβίλλης έγραψε χωρίς σχεδόν να υπερβάλλει ότι στην αρχή της βασιλείας του Ηρακλείου «οι Σλάβοι πήραν την Ελλάδα απ’τους Ρωμαίους». Μεταξύ του 723 και 728 ο προσκυνητής Willibald, στο ταξίδι από τη Δυτική Ευρώπη προς την Παλαιστίνη σταμάτησε στη Μονεμβασιά, μια πόλη, η οποία, όπως μας πληροφορεί ο βιβλιογράφος του, βρισκόταν «στα χέρια των Σλάβων». Και ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, περιγράφοντας την Πελοπόννησο, δηλώνει ότι μετά την πανούκλα του 746-747 «ολόκληρη η χώρα εκσλαβίστηκε κι έγινε βαρβαρική».
Ωστόσο, κρίνεται απαραίτητη η προσπάθεια να εκτιμηθούν τα πιο άμεσα αποτελέσματα αυτών των επιδρομών και εγκαταστάσεων. Κατ’αρχήν, ήταν τελείως καταστροφικές, διότι οι Σλάβοι εισέβαλαν αποφασισμένοι να κατακτήσουν. Οι καταστροφές, που προκάλεσαν, ήταν εκτεταμένες και ολοκληρωτικές. Οι πόλεις λεηλατήθηκαν, μεγάλες περιοχές της υπαίθρου ερημώθηκαν, η Βυζαντινή διοικητική μηχανή κατέρρευσε εντελώς, ενώ ο Χριστιανισμός, που κάποτε άνθιζε, έσβησε για αρκετούς αιώνες.
Επιπλέον, η εγκατάσταση των Σλάβων στη γραμμή Ιλλυρικού – Δούναβη συνέβαλε στην αποξένωση μεταξύ του Ελληνικού και του Λατινικού μισού της Χριστιανοσύνης. Για όσο διάστημα κατοικούσε στο Ιλλυρικό ένας αρκετά μεγάλος λατινόφωνος πληθυσμός συμβιώνοντας ειρηνικά με τους Έλληνες, κι οι διαβαλκανικοί δρόμοι μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Ρώμης παρέμειναν ανοιχτοί, η Βαλκανική Χερσόνησος αποτελούσε μια γέφυρα μεταξύ του Βυζαντίου και του Λατινικού κόσμου. Οι Σλαβικές επιδρομές απομάκρυναν σε μεγάλο βαθμό τα λατινόφωνα στοιχεία του Ιλλυρικού. Οι Σλάβοι στάθηκαν εμπόδιο στα Βαλκάνια, γεγονός, που συνέβαλε στη διεύρυνση του πολιτιστικού χάσματος μεταξύ της Ανατολικής και της Δυτικής Ευρώπης. Η Λατινική, που μέχρι αυτή την εποχή ήταν η επίσημη γλώσσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αντικαταστάθηκε στο πρώτο μισό του 7ου αι. από την Ελληνική και γρήγορα σχεδόν ξεχάστηκε. Οι ρωμαϊκές παραδόσεις παρέμειναν βέβαια ισχυρές στα πεδία του νόμου, της διακυβέρνησης, της πολιτικής σκέψης.
Ο φυσικός φραγμός στις διαβαλκανικές επικοινωνίες άρθηκε σε κάποιο βαθμό τον 9ο αι., όταν οι περισσότεροι Βαλκανικοί Σλάβοι μεταστραφήκαν στο Χριστιανισμό. Εντούτοις παραμένει αλήθεια ότι η Σλαβική κατοχή των Βαλκανίων συνέβαλε στην αμοιβαία αποξένωση μεταξύ Ελλήνων και Ρωμαίων κατά τον 7ο και 8ο αι., μια περίοδο καθοριστική, κατά την οποία πολιτικοί και θρησκευτικοί παράγοντες απομάκρυναν ολοένα και περισσότερο τη Βυζαντινή απ’τη Ρωμαϊκή εκκλησία.
Για πόσο οι Σλάβοι παρέμειναν ο κυρίαρχος πληθυσμός στην Πελοπόννησο; Πόσο μόνιμα επηρέασε ο εποικισμός τους το εθνογραφικό τοπίο και την πολιτιστική ζωή της περιοχής; Πόσο επιτυχείς ήταν οι προσπάθειες των Βυζαντινών αρχών να τους εντάξουν και να τους εξελληνίσουν; Πρόκειται για ερωτήματα, που χρήζουν ιδιαίτερης προσέγγισης.
Για να απαντήσουμε σ’αυτές τις ερωτήσεις πρέπει να αναζητήσουμε τι ήταν οι Σλάβοι κατά τον καιρό της εγκατάστασής τους στην Πελοπόννησο. Η μελέτη του θέματος δυστυχώς δε μπορεί να βασιστεί κατ’ αποκλειστικότητα στα αρχαιολογικά δεδομένα. Οι ομάδες των Σλάβων κατά τις μετακινήσεις τους έρχονταν σε επαφή με διάφορους πολιτισμούς και εθνικές ομάδες διάσπαρτες στα Βαλκάνια, δανείζοντας και αφομοιώνοντας πρόθυμα τα επιτεύγματα του ανώτερου, σε σχέση με αυτούς, βυζαντινού πολιτισμού.
Επιπλέον, η Βαλκανική Χερσόνησος και κατά την προβυζαντινή περίοδο υπήρξε περιοχή με ανώτερη πολιτισμική εξέλιξη ήδη από τη Ρωμαϊκή εποχή. Οι Σλάβοι, γνωρίζοντας τον πολιτισμό των πόλεων της Αδριατικής και των Βόρειων επαρχιών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (τέχνες, αγγειοπλαστική, τρόπο οικοδομήσεως κ.ά.), τον αφομοιώνουν πολύ γρήγορα και κατά τη μετέπειτα εξάπλωσή τους στα Βαλκάνια χρησιμοποιούν τα ίδια αντικείμενα (κεραμική) με το γηγενή πληθυσμό.
Οι πηγές του τέλους του 6ου αι. και των αρχών του 7ου μας πληροφορούν ότι οι πρωτοεμφανιζόμενοι Σλάβοι στη Θεσσαλονίκη έπαιρναν δια της βίας γεωργικά εργαλεία από τους αγρότες της περιοχής.[5] Οι Σλάβοι που εγκαταστάθηκαν στη Βυζαντινή επικράτεια, δεν έχτιζαν πλέον ημιυπόγειες κατοικίες, κατασκεύαζαν την κεραμική τους με τη χρήση του αγγειοπλαστικού τροχού και δεν εφάρμοζαν την καύση των νεκρών (αναιρώντας έτσι και τα τρία βασικά στοιχεία του υλικού πολιτισμού των πρώιμων Σλάβων και καθιστώντας τη μελέτη αρχαιολογικών δεδομένων πολύ δύσκολη). Η εξάπλωση των Σλάβων στη Βαλκανική κατ’ αυτόν τον τρόπο οδήγησε στην ελαχιστοποίηση των διαφορών στον υλικό πολιτισμό με το γηγενή πληθυσμό.[6]
Η εισβολή των Σλάβων στην Πελοπόννησο φαίνεται να ξεκίνησε τον 6ο μ.Χ. αι. με μικρές ομάδες, οι οποίες σταδιακά πλήθαιναν. Δίοδός τους, όπως μπορούμε να υποθέσουμε, υπήρξαν τα Στενά Αντίρριου – Ρίου, απ’όπου πέρασαν ερχόμενοι από την Ήπειρο και τη Θεσσαλία. Προς αυτό συνηγορούν η απουσία ενδείξεων εκτεταμένων καταστροφών στο ανατολικό τμήμα της Πελοποννήσου καθώς και ο περιορισμένος αριθμός σλαβικών τοπωνυμίων, οι πληθώρα των οποίων υπάρχει στο δυτικό και κεντρικό της τμήμα[7]. Πιθανόν κατά τις πρώιμες επιδρομές μικρές ομάδες Σλάβων να παρέμειναν σε κάποιες περιοχές χωρίς να αναστατώσουν με την παρουσία τους την ισορροπία της Βυζαντινής κοινωνίας.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε κατά τις ύστερες επιδρομές. Οι Σλάβοι επέλεγαν να εγκατασταθούν στις κοιλάδες των ποταμών, σε υψώματα, πλαγιές βουνών και για κάποιο διάστημα απέφευγαν τα παράλια, όπου διατηρήθηκαν για αρκετό διάστημα βυζαντινές φρουρές. Πολλές φορές επέλεγαν να εγκατασταθούν σε ερημωμένους οικισμούς των Ελλήνων χρησιμοποιώντας τα σπίτια τους.
Στην Πελοπόννησο οι κατοικίες τους ήταν επίγειες και κάθε νοικοκυριό διέθετε τα απαραίτητα κτίσματα που απαιτεί ο γεωργικός χαρακτήρας του οικισμού. Σε κάποιους οικισμούς συναντάμε και δεξαμενές συλλογής υδάτων. Το γεγονός ότι δε βρέθηκαν οικίες, που να ξεχωρίζουν από τις υπόλοιπες μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μεταξύ των Σλάβων δεν είχε ξεκινήσει διαδικασία κοινωνικής διαστρωμάτωσης και δεν υπήρχε σταθερή ηγεσία.
Η ρυμοτομία των Σλαβικών οικισμών δεν ακολουθεί ενιαίο τύπο. Οι οικίες ήταν διασκορπισμένες χωρίς σχέδιο/ακανόνιστα στις πλαγιές του υψώματος ή στις όχθες του ποταμού. Οι Σλάβοι έποικοι αφομοίωσαν γρήγορα την οικοδομική τέχνη των Ελλήνων, έφεραν όμως μαζί τους και καινούργιες γνώσεις, τις οποίες απέκτησαν κατά την περιπλάνησή τους στα Βαλκάνια. Μεταξύ αυτών είναι οι νερόμυλοι, γνωστοί από τις ρωμαϊκές επαρχίες, η σβάρνα (βολοκόπος) κατάλληλη για τις πεδιάδες (μέχρι τότε οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν ένα άλλο είδος κατάλληλο κυρίως για ορεινά εδάφη), οι κόσες, τα δρεπάνια, η δικέλλα, εργαλεία διαδεδομένα κυρίως στις ρωμαϊκές αγροτικές περιοχές.
Σημαντικό μέρος της ασχολίας των Σλάβων επήλυδων παρέμεινε και η κτηνοτροφία, η οποία ανθούσε στις ορεινές περιοχές. Επίσης, ήταν ευρέως διαδεδομένη η κατεξοχήν παραδοσιακή τέχνη των Σλάβων, όπως η ξυλουργική. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις διαλέκτους της Πελοποννήσου εντοπίζονται δάνεια από τη σλαβική γλώσσα όσον αφορά στα ξυλουργικά εργαλεία. Επιπλέον, οι Αβάροι εκμεταλλεύτηκαν τους Σλάβους μαστόρους για την κατασκευή πλοίων. Οι ίδιοι κατασκεύαζαν πλοία, με τα οποία έκαναν τις εξορμήσεις τους από την Πελοπόννησο σε διάφορα νησιά του Αιγαίου.
Οι Σλάβοι δεν ήταν λαός νομαδικός, αλλά είχαν μόνιμη κατοικία και ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Έφτασαν στην Ελλάδα ως συγκροτημένοι γεωργοί και το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού ασχολήθηκε με αγροτικές εργασίες. Καλλιεργούσαν σιτηρά και λοιπά γεωργικά προϊόντα, το περίσσευμα των οποίων προοριζόταν για τις αστικές αγορές. Δεν είχαν αναπτύξει το εμπόριο, καθώς δε βρίσκονταν σε αναπτυγμένο στάδιο οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης και δε γνώριζαν αστικό βίο. Αναμφισβήτητα, έρχονταν σε επαφή με το γηγενή πληθυσμό και συμβίωναν μαζί του.
Δεν έχουμε αναφορές για την ύπαρξη Σκλαβινιών στην Πελοπόννησο, όπως στις άλλες περιοχές της Ελλάδας. Πιθανότατα, οι Σλάβοι της Πελοποννήσου να ήταν οργανωμένοι σε κάποιο είδος χαλαρών φυλετικών ομάδων, δε διαθέτουμε όμως πληροφορίες για την ύπαρξη κάποιας μορφής κυβέρνησης.
Όσον αφορά στην ονομασία των Σλαβικών φυλών, που κατοικούσαν στην Πελοπόννησο, δε διαθέτουμε επαρκείς πληροφορίες. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος διηγούμενος τις στρατιωτικές εκστρατείες του Μιχαήλ Γ΄ (842-867) με σκοπό την καθυπόταξη των Σλάβων, πληροφορεί ότι υπέταξαν τους Μίληγγους και τους Εζερίτες, οι οποίοι κατοικούσαν στον Ταΰγετο, οι μεν στη δυτική πλευρά, οι δε στην ανατολική. Ο ιστορικός Π. Ροδάκης μας δίνει διαφορετική θεώρηση των Σλαβικών εγκαταστάσεωνστην Πελοπόννησο: «Ο Κωνσταντίνος Ε΄ (741-775) αποφασίζει να μεταφέρει εδώ ένοπλα τμήματα, «τύπου ακριτών», για να προστατεύσει την χώρα (δημογραφική κρίση μετά την πανώλη και συνεχείς επιθέσεις των Σαρακηνών πειρατών συμ. συγγρ.). Έτσι κατόρθωσε να μισθώσει δύο ομάδες Σλάβων: τους Μίληγγες και τους Εζερίτες, που τους τοποθέτησε στις πλαγιές του Ταΰγετου και του Ερυμάνθου. Οι του Ταϋγέτου ανέλαβαν τον έλεγχο των νοτίων παραλίων της Πελοποννήσου και εκείνες του Ερυμάνθου τα δυτικά παράλια προς το Ιόνιο Πέλαγος. Την ίδια εποχή εγκαθίστανται και στα Αροάνια (Χελμός) για τον ίδιο σκοπό… Αυτοί οι Σλάβοι φρουροί ήταν αυτόνομοι και πολλές φορές θα εξεγερθούν κατά των Βυζαντινών, αλλά πάντα υποτάσσονταν στις ένοπλες δυνάμεις χωρίς να εκδιώκονται και μένουν υποτελείς του Βυζαντίου στην ίδια περιοχή… Αργότερα οι Σλάβοι αυτοί εντοπίζονται σε τρία σημεία της Πελοποννήσου: στον Ταΰγετο, στα Αροάνια ή Χελμό (το δεύτερο αυτό όνομα είναι σλαβικό και σημαίνει Κρύο Βουνό) και στον Ερύμανθο, στα περίφημα Νεζεροχώρια. Εδώ είχαν αφήσει την παρουσία τους σε πολλά τοπωνύμια (Στρέζοβα, Αναστάσοβα, Ζελίνα, Πετρίνα, Λεβέτσοβα, Ζαρούχλα, Ζάχωλη, Ζαχλωρού, Βεργουβίτσα, Τουρλάδα, Κόκοβα, Μοστίτσι, Τσαρούχλι, Ζαγορά, Βάλτος, Κεράσοβα, Τοπόριτσα, Γλόγοβα, Βλοβοκά, Κερνίτσα, Βοστίτσα, Βισοκά, Σοποτό κλπ»[8]
Κατά τη βασιλεία του Νικηφόρου Α΄ (802-811) οι Σλάβοι της Πελοποννήσου εξεγέρθηκαν και επιτέθηκαν στην Πάτρα. Η εξέγερση κατεστάλη υπό τις προσωπικές διαταγές του Αυτοκράτορα. Μετά από το γεγονός αυτό, ο Νικηφόρος παρέδωσε τους στασιαστές ως σκλάβους στην εκκλησία της πόλης, ενώ, για να κρατήσει υπό έλεγχο τους Σλάβους, μετέφερε με τη βία στα Βαλκάνια παροικίες Χριστιανών από διάφορα μέρη της Αυτοκρατορίας. Οι Βυζαντινοί συγγραφείς θεώρησαν ότι η ήττα των Σλάβων στην Πάτρα σήμαινε το τέλος της Σλαβικής κατοχής στην Πελοπόννησο. Αυτή ήταν μια υπεραισιόδοξη άποψη, γιατί οι Σλάβοι της Πελοποννήσου εξεγέρθηκαν ξανά πολλές φορές. Σλαβικές φυλές διατήρησαν μέχρι την Τουρκική κατάκτηση του 15ου αι. τη γλώσσα τους, την εθνική τους ταυτότητα και μια παράδοση ανυποταξίας προς την αυτοκρατορική κυβέρνηση. Παρ’ολ’αυτά, η νίκη του Νικηφόρου Α΄ επί των Σλάβων στην Πάτρα ήταν ένα αποφασιστικό βήμα για την αποκατάσταση της Βυζαντινής κυριαρχίας στο νότιο τμήμα της Βαλκανικής χερσονήσου.[9]
Η κυριαρχία του σλαβικού στοιχείου διήρκησε πάνω από 200 χρόνια. Στα τέλη του 8ου αι. η κατάσταση των πραγμάτων άλλαξε. Μετά τη στρατιωτική επανάκτηση ακολούθησε η ένταξη των «Σκλαβινιών» στη διοικητική διάρθρωση της Αυτοκρατορίας. Μεταξύ του 7ου και του 11ου αι. οι βασικές μονάδες της βυζαντινής επαρχιακής διοίκησης ήταν τα θέματα. Η διαδικασία απορρόφησης των Σκλαβινιών σε δίκτυο θεμάτων επιταχύνθηκε τον 9ο αι. Αυτή την εποχή εμφανίζεται το θέμα της Πελοποννήσου με κέντρο την Κόρινθο. Επιγραμματικά αναφέρουμε τα μέσα με τα οποία το Βυζαντινό κράτος αντιμετώπισε το πρόβλημα ένταξης του Σλαβικού πληθυσμού στην Ελληνική κοινωνία: α) αναγνώριση της αυτοκρατορικής εξουσίας από τις ομάδες των Σλάβων, β) στρατολόγησή τους στο βυζαντινό στρατό, γ) επιβολή φορολογίας, δ) διορισμός ως αρχόντων βυζαντινών αξιωματούχων και όχι τοπικών Σλάβων αρχηγών, ε) εκτοπισμός και μετακίνηση πληθυσμών.
Οι Μίληγγες και οι Εζερίτες υποχρεώθηκαν τον 10ο αι. ν’αποδεχθούν έναν επικεφαλής αρχηγό διορισμένο απ’τον επαρχιακό κυβερνήτη, να αναλαμβάνουν στρατιωτικές υπηρεσίες υπ’αυτόν και γενικά να εκτελούν τα δημόσια καθήκοντα που υποχρεούνταν να εκπληρώνουν οι χωρικοί της ανώτερης κοινωνικής βαθμίδας.
Η ενσωμάτωση των Σλάβων στη διοικητική διάρθρωση των θεμάτων συμβάδισε με μια αποφασιστική προσπάθεια να προχωρήσει η πολιτιστική αφομοίωσή τους. Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για την επίτευξη αυτού του σκοπού ήταν να προσηλυτισθούν στο Χριστιανισμό. Στις παράλιες ζώνες το έργο του εκχριστιανισμού άρχισε σε μεγάλη κλίμακα στις αρχές του 9ου αι. και ολοκληρώθηκε σε μεγάλο βαθμό στα τέλη του 10ου αι. Οι ήδη υπάρχουσες επισκοπές και μητροπόλεις υποβοηθούνται με την ίδρυση μεγάλου αριθμού επισκοπών. Τα κύρια κέντρα ιεραποστολικής δραστηριότητας με σκοπό την αναζωογόνηση της θρησκευτικής ζωής στην Πελοπόννησο ήταν η Πάτρα, η Κόρινθος, το Άργος, η Σπάρτη, η Μονεμβασιά και η χερσόνησος της Μάνης, η οποία εκχριστιανίστηκε απ’το πιο ξακουστό Πελοποννήσιο ιεραπόστολο, τον Άγιο Νίκωνα τον «Μεταννοείτε» (πέθανε το 998 μ.Χ.).
Αντίθετα με τις σλαβικές περιοχές, που βρίσκονταν πέρα από τα Βυζαντινά σύνορα, όπου οι Βυζαντινοί ενθάρρυναν τη διάδοση του Χριστιανισμού στη σλαβική διάλεκτο, εδώ χρησιμοποιήθηκε η ελληνική ως γλώσσα της Λειτουργίας. Η ελληνική δεν ήταν μόνο το εκκλησιαστικό ιδίωμα, αλλά και η γλώσσα των δημοσίων υπηρεσιών, των ενόπλων δυνάμεων και της καλής κοινωνίας. Έτσι, η γνώση της Βυζαντινής Ελληνικής έγινε από εδώ και στο εξής απαραίτητη προϋπόθεση για μια καλή θέση και μια επιτυχημένη καριέρα.
Οποιαδήποτε άποψη κι αν διατηρούμε για την εθνική προέλευση των κατοίκων της νεότερης Ελλάδας (θεωρία του Ι. Φαλμεράγιερ) πέρα από κάθε αμφισβήτηση είναι σίγουρα ότι οι Σλάβικες φυλές, που στα πρώτα μεσαιωνικά χρόνια είχαν εποικίσει, ουσιαστικά, ολόκληρη την Πελοπόννησο, άρχισαν να χάνουν την πολιτική τους ανεξαρτησία και την εθνική τους ταυτότητα κατά τον 9ο αι. Η αφομοίωσή τους προκλήθηκε από την ενσωμάτωσή τους στη δομή των βυζαντινών θεμάτων, από την αποδοχή του Χριστιανισμού και από τη γοητεία, που ασκούσε πάνω τους το ανώτερο κύρος της Βυζαντινής εξουσίας κι ο ελληνικός πολιτισμός. Παρά τη συνεχιζόμενη αντίσταση απομονωμένων Σλαβικών θυλάκων – ιδιαίτερα στις ορεινές περιοχές της Πελοποννήσου – η διαδικασία αφομοίωσης δεν έχασε ποτέ την ορμή της μετά τα μέσα του 9ου αιώνα[10]. Οι αποστασίες μερικών σλαβικών ομάδων όμως δεν υπέκρυπταν εθνική αντιπαράθεση, αλλά οφείλονταν σε αντίδραση έναντι δυσμενών, οικονομικών κυρίως, μέτρων της βυζαντινής διοίκησης[11].
Συνοψίζοντας, θα θέλαμε να παραθέσουμε την άποψη του Α. Rambaud, μη δυνάμενοι να εκφραστούμε καλύτερα επί του θέματος: «Μεταξύ δύο ηπείρων η Κωνσταντινούπολη βρίσκεται σα ζωντανός βλαστός ανάμεσα σε δύο κοτυληδόνες: αφομοιώνει, κατεργάζεται και μεταπλάσσει τα ετερόκλητα στοιχεία των επαρχιών της Ασίας και της Ευρώπης. Στους κόλπους της προσφεύγουν τυχοδιώκτες και από τη Δύση και από την Ανατολή. Σε μικρό χρονικό διάστημα τους μεταβάλλει σε Έλληνες: λησμονούν τα βάρβαρα ιδιώματά τους και αποδέχονται τη γλώσσα του Βυζαντίου. Οι ειδωλολατρικές τους προλήψεις υποχωρούν μπροστά στην Ορθοδοξία του. Το Βυζάντιο τους δέχεται άξεστους, βάρβαρους και τους αποδίδει στους δρόμους της τεράστιας αυτοκρατορίας του, εγγράμματους, σοφούς, θεολόγους, ικανούς διοικητές και εύστροφους κρατικούς λειτουργούς».[12]



[1] Η Βυζαντινή Κοινοπολιτεία, Dimitri Obolensky, Θεσσαλονίκη, 1991, σ.79
[2] Εθνογέννηση των Πρωτοσλάβων, Β. Σεδόβ, εισήγηση στην Ακαδημία Επιστημών της Ρωσίας, 2002
[3] Dimitri Obolensky, Η Βυζαντινή Κοινοπολιτεία, Θεσσαλονίκη, 1991, σ. 87.
[4] Μ. Νυσταζοπούλου – Πελεκίδου, Σλαβικές εγκαταστάσεις στη Μεσαιωνική Ελλάδα, Αθήνα, 2000.
[5] Β. Σεδόβ, Οι Σλάβοι κατά τον Πρώιμο Μεσαίωνα, Μόσχα, 1995, σ.162
[6] ό.π., σ. 149.
[7] Στην Κορινθία 24, Αργολίδα 18, Αχαΐα 95, Ήλιδα 34, Τριφυλλία 42, Αρκαδία 94 κατά τον Μαξ Βάσμερ, Die Slaven in Griechenland, Βερολίνο, 1941, σσ. 128-140
[8] Οι Σλάβοι στην Πελοπόννησο, Περικλή Ροδάκη, εφημερίδα «Στυξ», 13/05/2006
[9] Dimitri Obolrnsky, ο.π. σ. 131
[10] Dimitri Obolrnsky, ό.π. σ. 141.
[11] Μ. Νυσταζοπούλου – Πελεκίδου, Σλαβικές εγκαταστάσεις στη Μεσαιωνική Ελλάδα, Αθήνα, 2000, σ. .65
[12] A. Rambaud, L’empire grec au Xe siècle. Contantin Porhyrogenete, Paris, 1870.



Ειρήνη Γκαβριλιούκ